Προστασία δανειοληπτών και μετά την πώληση σε Fund

Γράφει ο Γιάννης Κυριακόπουλος Δικηγόρος

1834

 

ΠΩΛΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ ΣΕ FUNDS :

ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΕΣ

Η απελευθέρωση της πώλησης/εκχώρησης των δανείων, μετά την ψήφιση του ήδη εισαχθέντος «Πολυνομοσχεδίου» : «ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ» από την προηγούμενη Τετάρτη, είναι γεγονός.

Κατ’αρχήν και για να «καθησυχάσουν», εάν αυτό βέβαια είναι εφικτό, πολλές χιλιάδες δανειοληπτών συμπολιτών μας, η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων που νομοθετούν πλέον την ανωτέρω δυνατότητα, «αναστέλλεται ως προς τις δανειακές συμβάσεις και πιστώσεις με υποθήκη ή με προσημείωση υποθήκης πρώτης κατοικίας σε ακίνητα αντικειμενικής αξίας έως εκατό σαράντα χιλιάδων ευρώ (140.000 €) μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2017». Επίσης, εξαιρούνται όλα τα «δάνεια που εγγυάται ή έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο» (σελ. 93 του νομοσχεδίου, ως κατετέθη)

Εστιάζοντας λοιπόν στο περιεχόμενο των διατάξεων αυτών οφείλει κανείς να παρατηρήσει τα ακόλουθα:

Κυριακοπουλος

 

α. Επιτρέπεται πλέον η πώληση και των εξυπηρετούμενων ενυπόθηκων δανείων, πράγμα που σημαίνει ότι οι ενυπόθηκοι οφειλέτες που αποπληρώνουν κανονικά τα δάνειά τους δέν.. γλυτώνουν από την μεταβίβαση των δανείων τους. Ερμηνευτικά συμπεραίνει όμως κανείς ότι οι δανειολήπτες καταναλωτικών δανείων (εξυπηρετούμενων ή μη) μέσω πιστωτικών καρτών κλπ, όπου το πιστωτικο ίδρυμα δεν έχει “collateral” ένα ακίνητοι ΔΕΝ «απειλούνται» από την σχετική διάταξη.

Αναγκαία προϋπόθεση για να προσφερθούν προς πώληση οι απαιτήσεις των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια είναι να έχει προσκληθεί με εξώδικη πρόσκληση ο δανειολήπτης και ο εγγυητής μέσα σε δώδεκα (12) μήνες πριν από την προσφορά να διακανονίσουν τις οφειλές τους βάσει γραπτής πρότασης κατάλληλης ρύθμισης με συγκεκριμένους όρους αποπληρωμής σύμφωνα και με τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας (Ν. 4224/2013).

Η σχετική σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων οφείλει να καταχωρίζεται στο «δημόσιο βιβλίο» του άρθρου 3 του ν. 2844/2000: μόνον από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης και μετά επέρχεται η μεταβίβαση των πωλούμενων απαιτήσεων του μεταβιβάζοντας πιστωτικού ιδρύματος.

Τα Funds υποκαθίστανται πλήρως στα δικαιώματα των Τραπεζών («εκχωρητές») καθώς νομιμοποιούνται, ως «μη δικαιούχοι διάδικοι» , να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων ( να συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α΄ 246).

Επίσης θα έχουν το δικαίωμα να εκμεταλλευτούν το καθεστώς της χρησιμοποίησης των Εισπρακτικών Εταιρειών («Ενημέρωσης Οφειλετών»).

β. Ανοίγει ο δρόμος για αναδιάρθρωση δανείων επιχειρήσεων (ενδεχομένως λοιπόν και «κούρεμα») σε περίπτωση που αυτά περιέλθουν στην διαχείριση εκείνων από τις εταιρείες που θα αδειοδοτηθούν για την δραστηριότητα αυτή. Το κατά πόσον αυτό βέβαια θα είναι προς όφελος των επιχειρήσεων

γ. Ευεργετική θεωρείται πάντως η διάταξη που αναφέρεται στην επέκταση της προστασίας που προβλέπει η νομοθεσία  «Προστασίας Καταναλωτή» (Ν.2251/94) και στις εταιρείες αυτές, άρα ο κάθε δανειολήπτης δικαιούται να προσφύγει στον Συνήγορο του Καταναλωτή αλλά φυσικά και στα Ελληνικά Δικαστήρια, με όλα τα σχετικά δικονομικά «εργαλεία».

Επιπλέον, σημαντική από πλευράς προστασίας των δανειοληπτών είναι η αναφορά στο ότι «δεν χειροτερεύει η ουσιαστική και δικονομική θέση του οφειλέτη και του εγγυητή και δεν επιτρέπεται η μονομερής τροποποίηση όρου σύμβασης καθώς και του επιτοκίου. Σε περίπτωση δε που μεταβιβάζεται απαίτηση σε κυμαινόμενο επιτόκιο, το “fund” δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να προσδιορίσει περιθώριο, επιπλέον του επιτοκίου αναφοράς, υψηλότερο εκείνου που είχε προσδιορίσει το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα κατά το χρόνο καταχώρισης της μεταβίβασης, ακόμα κι αν τέτοιο δικαίωμα υφίστατο συμβατικά για την Tράπεζα

Επίσης ιδιαίτερα σοβαρή θεωρείται η εξαίρεση των επίδικων απαιτήσεων  ή των επιδικασθεισών απαιτήσεων κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013, πράγμα που σημαίνει ότι όσοι δανειολήπτες διεκδικούν ήδη ή προτίθενται να διεκδικήσουν δικαστική προστασία θα προστατεύονται από την μεταβίβαση των ενυπόθηκων δανείων τους στα “funds” 

Η ψήφιση των σχετικών διατάξεων, εισάγει «καινά δαιμόνια» στην Ελληνική Αγορά ακινήτων αλλά και το εν γένει πλαίσιο δανεισμού στο οποίο κινούνταν μόνον οι «παραδοσιακοί παίκτες», δηλαδή οι Τράπεζες..

Το επόμενο χρονικό διάστημα, θα κριθεί κατά πόσον το νέο πλαίσιο θα αποτελέσει και ένα νέο περιβάλλον για την δραστηριοποίηση και «υγιών» δυνάμεων και «φρέσκου χρήματος» στην επί 7 συνεχόμενα έτη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία και θα βοηθήσει και το Τραπεζικό σύστημα να επανεκκινήσει…

 

 

Κατωτέρω οι επίμαχες διατάξεις ανά σελίδα

Σελ.: 88

  1. α. Κάθε εταιρία που έχει άδεια λειτουργίας σε ισχύ, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, υποβάλλει στην Τράπεζα της Ελλάδος αντίγραφο του ισολογισμού, του λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσεως και τριμηνιαία έκθεση που μπορεί ενδεικτικά να περιλαμβάνει:

αα) Την αξία των ενυπόθηκων εξασφαλίσεων των δανείων ανά εξυπηρετούμενο και μη εξυπηρετούμενο δάνειο ή πίστωση, ανά είδος,  ανά ύψος οφειλής, με παράλληλη ενημέρωση για την ονομαστική αξία των κατηγοριοποιημένων δανείων.

Σελ. 89

  1. Οι εταιρίες της περ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου δύνανται να λαμβάνουν άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να χορηγούν νέα δάνεια ή/και πιστώσεις σε δανειολήπτες, των οποίων δάνεια ή πιστώσεις διαχειρίζονται, με αποκλειστικό σκοπό την αναχρηματοδότηση των δανείων τους ή την αναδιάρθρωση της δανειολήπτριας επιχείρησης δυνάμει ενός συγκεκριμένου σχεδίου αναδιάρθρωσης που συμφωνείται μεταξύ των μερών, υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης συναίνεσης του δικαιούχου της απαίτησης. Τα νέα δάνεια και πιστώσεις του προηγούμενου εδαφίου λογίζονται ως τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις, διέπονται από το ελληνικό Δίκαιο και αποκλειστικά αρμόδια για την εκδίκαση των διαφορών που απορρέουν από τη σύμβαση είναι τα κατά τόπους ελληνικά Δικαστήρια. Τα νέα αυτά δάνεια και πιστώσεις θα επιβαρύνονται με την εισφορά του άρθρου 1 του ν. 128/1975 (Α’ 178), για την απόδοση της οποίας υπεύθυνες είναι οι εταιρίες διαχείρισης  της περ. α της παρ. 1.

Σελ. 90

  1. Οι εταιρίες του παρόντος νόμου θεωρούνται δανειστές και προμηθεύτριες κατά την έννοια του ν. 2251/1994 (Α’191) και υποχρεούνται να συμμορφώνονται με την κείμενη νομοθεσία περί Προστασίας Καταναλωτή, όπως αυτή κάθε φορά εφαρμόζεται και ισχύει, με τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών (Β’ 2289/2014), με τους κανόνες που διέπουν τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας 2014/17, καθώς και με όλες τις σχετικές με χορηγούμενα από πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα δάνεια και πιστώσεις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και να λαμβάνουν ειδική μέριμνα για κοινωνικά ευπαθείς ομάδες.

Σελ. 91

  1. Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α΄ 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης.

  Σελ. 91

Οι Εταιρίες Διαχείρισης δύνανται για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, να προσλαμβάνουν Εταιρίες Ενημέρωσης Οφειλετών για ληξιπρόθεσμες οφειλές, που λειτουργούν σύμφωνα με το ν. 3758/2009, ή αντίστοιχου σκοπού εταιρίες, που λειτουργούν σε κράτος – μέλος της Ε.Ε. ή κράτος του ΕΟΧ. Οι Εταιρίες του παρόντος νόμου κατά τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων οφείλουν να ακολουθούν τις ρυθμίσεις του ν. 3758/ 2009, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 22 του άρθρου 1 του παρόντος.

Σελ. 92

  1. Αναγκαία προϋπόθεση για να προσφερθούν προς πώληση οι απαιτήσεις των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια είναι να έχει προσκληθεί με εξώδικη πρόσκληση ο δανειολήπτης και ο εγγυητής μέσα σε δώδεκα (12) μήνες πριν από την προσφορά, πριν ή μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, να διακανονίσει τις οφειλές του βάσει γραπτής πρότασης κατάλληλης ρύθμισης με συγκεκριμένους όρους αποπληρωμής σύμφωνα και με τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας (Ν. 4224/2013). Εξαιρούνται απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013, όπως αυτή ισχύει. Κάθε νέος εκδοχέας απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 οφείλει να εκκινεί εκ νέου τη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ) του Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ’ αριθμ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013, διά της αντισυμβαλλόμενης εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων.

Σελ. 92

  1. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων καταχωρίζεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (Α΄ 220). Τυχόν συμφωνίες μεταξύ μεταβιβάζοντας πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος και δανειοληπτών περί ανεκχώρητου των μεταξύ τους απαιτήσεων δεν αντιτάσσονται στον εκδοχέα. Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των πωλούμενων απαιτήσεων του μεταβιβάζοντας πιστωτικού ιδρύματος. Ο εκχωρητής θεωρείται αντίκλητος του εκδοχέα για οποιαδήποτε κοινοποίηση σχετίζεται με τη μεταβιβασθείσα απαίτηση. Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης, οι Εταιρίες Διαχείρισης της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου υποχρεούνται να αποδίδουν την εισφορά του άρθρου 1 του ν. 128/1975 (Α΄ 178), που βαρύνει τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων.

Σελ. 93

  1. Αναγγελία της καταχώρισης γίνεται προς τους οφειλέτες και τους εγγυητές με κάθε πρόσφορο μέσο. Πριν από την καταχώριση δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση απαιτήσεων της παραγράφου 1. Καταβολή προς το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα πριν από την αναγγελία ελευθερώνει τον δανειολήπτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου.

Σελ. 93

  1. Στις περιπτώσεις πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων του παρόντος νόμου, καθώς και σε περιπτώσεις ανάθεσης διαχείρισης, δεν χειροτερεύει η ουσιαστική και δικονομική θέση του οφειλέτη και του εγγυητή και δεν επιτρέπεται η μονομερής τροποποίηση όρου σύμβασης καθώς και του επιτοκίου. Σε περίπτωση που μεταβιβάζεται απαίτηση από εξυπηρετούμενο δάνειο ή πίστωση, για την εξυπηρέτηση του οποίου έχει συμφωνηθεί κυμαινόμενο επιτόκιο, ο εκδοχέας δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να προσδιορίσει περιθώριο, επιπλέον του επιτοκίου αναφοράς, υψηλότερο εκείνου που είχε προσδιορίσει το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα κατά το χρόνο καταχώρισης της μεταβίβασης, ακόμα κι αν τέτοιο δικαίωμα υφίστατο συμβατικά για τον εκχωρητή.

 Σελ. 93

  1. Η εφαρμογή των άρθρων 1 έως 3 του παρόντος νόμου αναστέλλεται ως προς τις δανειακές συμβάσεις και πιστώσεις με υποθήκη ή με προσημείωση υποθήκης πρώτης κατοικίας σε ακίνητα αντικειμενικής αξίας έως εκατό σαράντα χιλιάδων ευρώ (140.000 €) μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2017. Πάσης φύσεως δάνεια που εγγυάται ή έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο εξαιρούνται από την εφαρμογή των άρθρων 1 έως 3 Α του παρόντος νόμου.»

 

Στην ίδια Κατηγορία


Το Axiaplus, θεωρεί δικαίωμα του αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω του προφίλ που διατηρεί στο Facebook. Εντούτοις, τονίζουμε ρητά πως δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο.

σχόλια