Το «μεγάλο παζάρι» για το χρέος

«Θέσεις μάχης» πήραν όλοι οι πρωταγωνιστές του «ελληνικού δράματος» στην ετήσια Σύνοδο του ΔΝΤ, με φόντο την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους

868

Μια μεγάλη παρτίδα πόκερ, με «έπαθλο» το ελληνικό χρέος, παίζεται ήδη εδώ και καιρό. Και οι μεγάλοι «παίκτες» (ΔΝΤ, Βερολίνο, ESM και ΕΚΤ) έχουν ανοίξει τα χαρτιά τους και έχουν ήδη προετοιμαστεί για τον επόμενο γύρο, που παίζεται στην Ουάσινγκτον, στην Ετήσια Σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Από κοντά και η ελληνική κυβέρνηση, που μάλλον παρακολουθεί κάπως αμήχανα αυτή τη «μάχη», αφού στο κάτω κάτω της γραφής τον τελευταίο λόγο στο φλέγον ζήτημα της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους θα τον έχουν οι δανειστές.

Το μόνο που μπορεί να κάνει αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση είναι να εύχεται οι δανειστές να τηρήσουν το κομμάτι της συμφωνίας που τους αναλογεί σχετικά με τη διευθέτηση του χρέους, εφόσον βεβαίως και εκείνη από την πλευρά της είναι συνεπής στις μνημονιακές της υποχρεώσεις. Η αναδιάρθρωση θα είναι ένα «θείο δώρο» σε πολιτικό επίπεδο, με δεδομένα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση στο εσωτερικό της χώρας. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι οι βουλευτές και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ σύρθηκαν σε μια συμφωνία με τους δανειστές, σε ένα νέο μνημόνιο, και αποδέχτηκαν να υλοποιήσουν μέτρα και παρεμβάσεις στην οικονομία εντελώς ξένες στις βασικές τους ιδεολογικές γραμμές, με «άλλοθι» την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους.

Η θέση της κυβέρνησης εκφράστηκε επισήμως από τον ίδιο τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, στη συνάντηση που είχε πρόσφατα με τον Αμερικανό αντιπρόεδρο, Τζο Μπάιντεν, στις ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, είπε ότι έχουν γίνει τον τελευταίο χρόνο γρήγορες και σοβαρές μεταρρυθμίσεις, καθώς και ότι υπάρχουν σημάδια ανάκαμψης. Ωστόσο, για να μπορέσει η Ελλάδα να επιταχύνει στον τομέα των επενδύσεων χρειάζεται μια σταθερή και βιώσιμη λύση για το χρέος. Ο πρωθυπουργός επισήμανε ότι σταθερή λύση σημαίνει γρήγορη λύση ως το τέλος του χρόνου και είπε χαρακτηριστικά: «Μια λύση είναι καλή όχι μόνο ως προς τα ποσοτικά της, αλλά και στην ώρα της».

Το έντονο παρασκήνιο, οι όχι και τόσο υπόγειες πλέον συγκρούσεις ανάμεσα σε ΔΝΤ, Βερολίνο, ESM και ΕΚΤ για το χρέος και η στάση της ελληνικής κυβέρνησης

Όπως γίνεται κατανοητό, κατά την κυβέρνηση σημαντικός σταθμός για την απομείωση του χρέους υπήρξε η απόφαση του Eurogroup της 24ης Μαΐου, όπου για πρώτη φορά συζήτησαν βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα. Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα, που τώρα συζητάει o ΕSM με τη χώρα μας, με το ΔΝΤ και με τις άλλες χώρες που ήταν σε πρόγραμμα, αφορούν στο τι μπορεί να γίνει όχι τόσο πολύ για την απομείωση του χρέους, αλλά τη μείωση του ρίσκου που έχει η διαχείριση του χρέους.

Όμως πολλά κυβερνητικά στελέχη, προεξάρχοντος του αντιπρόεδρου της κυβέρνησης, Γιάννη Δραγασάκη, παραδέχονται ότι δεν μπορεί να υπάρξει μεγάλη απομείωση του ελληνικού χρέους χωρίς και οι άλλες χώρες που αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα να έχουν και την ανάλογη μεταχείριση. Επιπλέον, πρόκειται για ένα πρόβλημα ο χρόνος του οποίου δεν ταυτίζεται με τον πολιτικό χρόνο των κυβερνήσεων. Άρα, ακόμα και να έρθουν πολύ ευνοϊκά τα πράγματα, μιλάμε για μια διαδικασία που εξ ορισμού πάει και πέρα από το 2018.

Ένα πραγματικά πολύπλοκο πρόβλημα

Όποια θέση και να εκφράζουν τα κυβερνητικά στελέχη πάντως, όπως γράψαμε και παραπάνω, τον τελευταίο λόγο θα τον έχουν οι δανειστές. Και εδώ τα πράγματα περιπλέκονται. Διότι αν οι Ευρωπαίοι δεν πουν τι θα κάνουν με το χρέος, δεν μπορεί το ΔΝΤ να κάνει μελέτη βιωσιμότητας του χρέους και άρα δεν μπορεί να συμμετέχει στο πρόγραμμα. Άρα, αυτό που λένε μερικές χώρες του Βορρά, ότι εμείς δεν θέλουμε να δώσουμε τίποτα ή να ανακοινώσουμε τώρα και θα το δούμε το 2020-2022, δεν είναι συμβατό με αυτό που λένε ότι οπωσδήποτε το ΔΝΤ πρέπει να συμμετέχει και με χρήματα, όχι μόνον ως τεχνικός σύμβουλος.

Όλα τα θέματα που αφορούν στο ελληνικό πρόγραμμα είναι, τελικά, αλληλένδετα: Αν η Ευρώπη θα προχωρήσει σε συγκεκριμενοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, όπως ζητάει το ΔΝΤ, αν το ΔΝΤ θα επιστρέψει στο πρόγραμμα και αν –και κυρίως πότε– η ΕΚΤ θα εντάξει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Και, φυσικά, οι καθυστερήσεις στα προαπαιτούμενα πάνε πίσω το όλο θέμα.

Στο τέλος του τρέχοντος έτους το ΔΝΤ θα πρέπει να αποφασίσει αν θα συμμετάσχει στο τρίτο πρόγραμμα. Η απόφαση αυτή θα καθοριστεί από την έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Και αυτή εξαρτάται από τις αξιολογήσεις του μνημονίου που εκκρεμούν. Και εδώ το… χεράκι της έχει βάλει και η κυβέρνηση, με τις καθυστερήσεις στην υλοποίηση των μνημονιακών προαπαιτούμενων.

Σύμφωνα και με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας «Frankfurter Allgemeine Zeitung», μια άμεση απόφαση του ΔΝΤ όσον αφορά στην περαιτέρω συμμετοχή στη δανειακή βοήθεια προς την Ελλάδα γίνεται όλο και λιγότερο πιθανή. Πλέον κινδυνεύει και το συμπεφωνημένο με τους Ευρωπαίους πιστωτές χρονοδιάγραμμα, που θέλει το Ταμείο να αποφασίζει μέχρι τα τέλη της χρονιάς. Ο κύριος λόγος είναι το γεγονός ότι μέχρι στιγμής οι χώρες της Ευρωζώνης δεν είναι έτοιμες να συζητήσουν περαιτέρω μέτρα για το χρέος, τα οποία θα μπορούσαν να το καταστήσουν βιώσιμο.

Ως γνωστόν, το ΔΝΤ ζητάει εδώ και χρόνια από τις χώρες της Ευρωζώνης να δημιουργήσουν εκείνες τις προϋποθέσεις που θα καταστήσουν το ελληνικό χρέος και πάλι βιώσιμο, καθώς σε διαφορετική περίπτωση δεν μπορεί να συμμετέχει στην ελληνική διάσωση. Το πιο λογικό βήμα θα ήταν ένα κούρεμα του χρέους, το οποίο απορρίπτουν όμως οι χώρες της Ευρωζώνης και πρωτίστως η Γερμανία.

Τόσο στο ΔΝΤ όσο και σε ευρωπαϊκούς θεσμούς η αντιφατική αυτή στάση της γερμανικής κυβέρνησης προκαλεί όλο και μεγαλύτερη σύγχυση. Αφενός, κυρίως το Βερολίνο επιμένει στη συμμετοχή του ΔΝΤ, αφετέρου ειδικά ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, δεν είναι διατεθειμένος να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του Ταμείου.

Το έντονο παρασκήνιο και τα πολιτικά παιχνίδια

Η συμφωνία του περασμένου Μαΐου είχε για τον κ. Σόιμπλε το πλεονέκτημα ότι οι όποιες αποφάσεις για το ελληνικό χρέος μετατίθενται για μετά τις γερμανικές εκλογές του 2017. Το ΔΝΤ πιέζει όμως ώστε η Ευρωζώνη να αποφασίσει ήδη τώρα τη μορφή των ελαφρύνσεων που θα επιτρέψει μετά το 2018. Χωρίς σχετικές δεσμεύσεις η περαιτέρω συμμετοχή του ΔΝΤ είναι εξαιρετικά δύσκολη. Στο ζήτημα αυτό ο Σόιμπλε βρίσκεται σε δίλημμα. Η γερμανική Βουλή έχει εξαρτήσει τη συγκατάθεσή της στην περαιτέρω οικονομική στήριξη της Ελλάδας μέσω του ESM από τη συμμετοχή του ΔΝΤ.

Τα σενάρια για την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους, η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και η πολυπόθητη ανάκαμψη της οικονομίας

Στο Βερολίνο κυριαρχεί η εντύπωση ότι το ΔΝΤ επιμένει με μεγαλύτερο σθένος στην τήρηση των συμφωνηθέντων από ό,τι η Κομισιόν. Από την άλλη πλευρά, ένα ενδεχόμενο κούρεμα παραμένει ταμπού. Όσο λοιπόν δεν αλλάζει η γερμανική στάση, το ΔΝΤ δεν πρόκειται να αποφασίσει για την περαιτέρω συμμετοχή του, αναφέρουν εκπρόσωποι των «θεσμών». Στη χειρότερη των περιπτώσεων η απόφαση θα παρέμενε ανοιχτή μέχρι τις γερμανικές εκλογές. Τότε δεν θα ήταν μακριά και το τέλος του τρέχοντος προγράμματος το 2018.

Διάσταση απόψεων

Το ότι χωρίζει άβυσσος τις δύο πλευρές φαίνεται καθαρά και από τις κατά καιρούς δηλώσεις και αναλύσεις. Για παράδειγμα, ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), Κλάους Ρέγκλινγκ, έχει δηλώσει χαρακτηριστικότατα για το χρέος το ΔΝΤ πρέπει να προσαρμοστεί στα ευρωπαϊκά δεδομένα. Επίσης, έχει υποστηρίξει πως η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα βιωσιμότητας του χρέους της για το ορατό μέλλον.

Για τον ESM, σήμερα, το ποσό που πρέπει να πληρώνει η Ελλάδα στους πιστωτές της είναι μικρότερο από ό,τι πολλών άλλων χωρών της Ευρωζώνης. Δεν είναι πραγματικά βάρος και δεν θα είναι για πολύ καιρό, επειδή τα δάνεια στην Ελλάδα έχουν ήδη μέση περίοδο αποπληρωμής περίπου 30 ετών. Η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα εξυπηρέτησης του χρέους της για τουλάχιστον 10 έως 15 χρόνια. Γι’ αυτό και ο ESM προσανατολίζεται σε μέτρα που στόχο έχουν να καταστήσουν πιο διαχειρίσιμες τις δανειακές υποχρεώσεις της Ελλάδας, όσο βρίσκεται σε πρόγραμμα.

Από την πλευρά του, ωστόσο, το ΔΝΤ επιμένει στη θέση του ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Και στέλνει συνεχώς μηνύματα στους Ευρωπαίους να προχωρήσουν άμεσα σε απομείωσή του, αλλά και να χαμηλώσουν τον πήχυ για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Κατά το ΔΝΤ, πρέπει να προχωρήσουν οι Ευρωπαίοι δανειστές της Ελλάδος σε σημαντική αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους της χώρας προκειμένου να καταστεί βιώσιμο, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και με την πλήρη εφαρμογή του υφιστάμενου, απαιτητικού προγράμματος πολιτικών, η Ελλάδα χρειάζεται σημαντική ελάφρυνση του χρέους που να βασίζεται σε αξιόπιστους δημοσιονομικούς και αναπτυξιακούς στόχους.

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι τρέχοντες στόχοι του μνημονίου παραμένουν μη ρεαλιστικοί γιατί υποθέτουν ότι η Ελλάδα θα πετύχει και θα διατηρήσει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5 τοις εκατό του ΑΕΠ για πολλές δεκαετίες –παρά τα διψήφια ποσοστά ανεργίας μέχρι τα μέσα του αιώνα– και ότι ταυτόχρονα θα πετύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι η Ελλάδα απλώς θα ξεπεράσει το πρόβλημα του χρέους της. Για να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα, θα απαιτηθεί περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους, η οποία είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που εξετάζεται και η οποία πρέπει να υπολογιστεί βάσει ρεαλιστικών παραδοχών σχετικά με την ικανότητα της Ελλάδας να δημιουργήσει βιώσιμα πλεονάσματα και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

Η εμπλοκή της ΕΚΤ, το ΔΝΤ και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης

Δεν είναι, όμως, μόνο η κόντρα του ΔΝΤ με το Βερολίνο και γενικότερα τους Ευρωπαίους που κάνει τα πράγματα δύσκολα. Περιπλέκει και τον στόχο της συμμετοχής των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Κι αυτό γιατί –παρότι οι κανονισμοί δεν το προβλέπουν– η ηγεσία της ΕΚΤ έχει καταστήσει σαφές πως για να ενταχθεί η Ελλάδα στο πρόγραμμα πρέπει να είναι βιώσιμο το χρέος της.

Έτσι, αν το ΔΝΤ αποφανθεί ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, η ΕΚΤ θα έρθει σε δύσκολη θέση. Αναφορικά με το ενδεχόμενο αγορών από το ευρωσύστημα διαπραγματεύσιμου χρέους το οποίο έχει εκδοθεί από / ή φέρει την εγγύηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο του υφιστάμενου προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (PSPP) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αυτές θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν από τις αρχές του 2017.

Βασικές προϋποθέσεις για την εξέλιξη αυτή είναι: πρώτον, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ στην ανάλυσή του για τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους να αξιολογήσει θετικά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, και δεύτερον να μην υπάρξουν σημαντικές καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του τρέχοντος προγράμματος.

Η συνολική ονομαστική αξία ελληνικών τίτλων που θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στο εν λόγω πρόγραμμα υπολογίζεται, κατ’ ανώτατο όριο, στα 4,2 δισ. ευρώ, ποσό το οποίο θα μπορούσε να αυξηθεί σε τουλάχιστον 5 δισ. ευρώ εάν το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ επεκτεινόταν πέραν του Μαρτίου 2017. Αυτό θα ισοδυναμούσε με ποσό μεγαλύτερο από την ετήσια αξία του τρέχοντος όγκου ημερησίων συναλλαγών ελληνικών κυβερνητικών τίτλων στη δευτερογενή αγορά.

Η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα μπορούσε να βοηθήσει σημαντικά στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών για τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους και τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, ωστόσο ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν θα πρέπει να θεωρηθεί πανάκεια για την αντιμετώπιση των τεράστιων προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία στην παρούσα συγκυρία.

 

Στην ίδια Κατηγορία


Το Axiaplus, θεωρεί δικαίωμα του αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω του προφίλ που διατηρεί στο Facebook. Εντούτοις, τονίζουμε ρητά πως δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο.

σχόλια