Τα συν, τα πλην και τα «θολά» σημεία της συμφωνίας

Τι κέρδισε τελικά και τι έχασε η χώρα μας, με βάση τις αποφάσεις του Eurogroup, και ποια σημαντικά θέματα έχουν μείνει σε εκκρεμότητα

320

Τελικά, το ποτήρι για την ελληνική οικονομία είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο, μετά τις αποφάσεις του Eurogroup; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να είναι μονολεκτική, ναι ή όχι. Αναμφισβήτητα θα πρέπει να θεωρείται θετικό το γεγονός ότι η πολύπαθη δεύτερη αξιολόγηση, η οποία μας ταλαιπώρησε τόσους μήνες, ολοκληρώθηκε επιτέλους επιτυχώς. Και έτσι η οικονομία θα πάρει μία γερή δόση ρευστότητας, με την αποδέσμευση των 8,5 δισ. ευρώ.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Ωστόσο, το Eurogroup άφησε και «ουρές», όπως τα σοβαρά ζητήματα της αναδιάρθρωσης του χρέους και της ένταξης στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με αποτέλεσμα να μην είναι ξεκάθαρός ο «οδικός χάρτης» μέχρι την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος, το καλοκαίρι του 2018.

Για αυτόν τον λόγο, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι το αποτέλεσμα του Eurogroup ήταν «το μη χείρον βέλτιστον». Αυτή είναι και η βασική θέση της συντριπτικής πλειοψηφίας των οικονομικών αναλύσεων των ξένων επενδυτικών οίκων, καθώς και των τοποθετήσεων παραγόντων της εγχώριας αγοράς, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του Eurogroup. Για παράδειγμα, στην ανακοίνωσή της η ΕΣΕΕ επισημαίνει, ότι το Eurogroup κατέληξε σε συμφωνία αφού, επιτέλους, βρέθηκε ένα μίνιμουμ συνεννόησης για την εκταμίευση της ενισχυμένης δόσης και ενός συμβιβασμού μεταξύ δανειστών και κυβέρνησης, με μια «υποσχετική» για το χρέος.

 Η ελληνική κυβέρνηση βεβαίως, έχοντας νομοθετήσει, σε τρεις δόσεις, τα 140 προαπαιτούμενα μέτρα των δανειστών, προσήλθε για άλλη μια φορά στο Eurogroup με την προσδοκία επίτευξης συνολικής συμφωνίας για τη 2η αξιολόγηση, πολιτική συμφωνία για το χρέος και ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Δυστυχώς, οι προσδοκίες αυτές μάλλον διαψεύστηκαν. Σύμφωνα με την ΕΣΕΕ, το μόνο σαφές από τις δηλώσεις των Ευρωπαίων αξιωματούχων είναι ότι αυτή τη φορά εγκρίθηκε μια συνολική υπερδόση 8,5 δισ. ευρώ, με πρώτη εκταμίευση 7,7 δισ. ευρώ στο παραπέντε της προθεσμίας καταβολής των τεράστιων δανειακών υποχρεώσεων στις αρχές Ιουλίου.

Όσο για το ζήτημα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, μπορεί να μην κατέληξαν στο επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά σε συμβιβαστική λύση περιγραφής ενός οδικού χάρτη με ρήτρα ανάπτυξης και έναρξη συγκεκριμένης εφαρμογής, ώστε μετά τη λήξη του προγράμματος να καταστεί βιώσιμο, με τη συμμετοχή του ΔΝΤ με 2 δισ. δολάρια να παραμένει όμως υπό αίρεση. Από την πλευρά του ο ΣΕΒ επικεντρώνεται στην επόμενη μέρα, τονίζοντας πως με την ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης, κλείνει ένας κύκλος καθυστερήσεων στην υλοποίηση του προγράμματος και αβεβαιότητας στην αγορά.

Εντούτοις, τώρα θα πρέπει να ανοίξει ο δρόμος για να δοθεί έμφαση στην αναπτυξιακή στρατηγική, που πρέπει να συνοδεύει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και τη δημοσιονομική προσαρμογή. Καθώς η χώρα βαδίζει προς το τέλος του 3ου μνημονίου, είναι σημαντικό η οικονομική πολιτική να εστιάσει σε μια στρατηγική εξόδου από την κρίση και την ύφεση, κύριο συστατικό της οποίας πρέπει να είναι η ομαλή επανένταξη της χώρας στις αγορές.

Τα «απόνερα» που άφησε η συμφωνία

Κοινή παραδοχή είναι ότι μπορεί η απόφαση του Eurogroup να έφερε ηρεμία στις αγορές, αφού η αβεβαιότητα και η ανησυχία για πιθανή πτώχευση αυτό το καλοκαίρι δεν υπάρχει πια, ωστόσο δεν ξεφεύγει και αυτή από την πάγια πλέον τακτική του «extend and pretend», που ακολουθείται στο ελληνικό πρόγραμμα. Είναι ενδεικτική η παρατήρηση της Societe Generale, ότι η Ελλάδα έλαβε μία ακόμη συμφωνία, η οποία κλωτσά το τενεκεδάκι παρακάτω στον δρόμο. Το ερώτημα όμως είναι ως πότε αυτό το παρατεταμένο παιχνίδι «επέκτασης και προσποίησης» θα εξυπηρετεί τις επιδιώξεις όλων των εμπλεκόμενων στο ελληνικό ζήτημα;

Ας δούμε, λοιπόν, σε ποιες αποφάσεις κατέληξε το Eurogroup, όπως καταγράφονται και αξιολογούνται μέσα από τις σχετικές αναλύσεις. Κατ’ αρχάς, όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούσαν οι Ευρωπαίοι και το ΔΝΤ έχουν επιτευχθεί, κυρίως σε ό,τι αφορά τα προληπτικά μέτρα για την ενίσχυση της δημοσιονομικής θέσης της Ελλάδας όταν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα το 2018.

Έτσι, ο ΕSM θα καταβάλει την τρίτη δόση ύψους 8,5 δισ. ευρώ. Αυτό το ποσό είναι παραπάνω από αρκετό για να καλυφθούν οι αποπληρωμές του Ιουλίου. Από κει και πέρα, σύμφωνα με την BNP Paribas, για μήνες το βασικό σημείο διαφωνίας μεταξύ των Ευρωπαίων και του ΔΝΤ ήταν η μεσοπρόθεσμη στρατηγική και η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους μετά το τέλος του προγράμματος. Έτσι, η κύρια καινοτομία της συμφωνίας αφορά στη γαλλική πρόταση για την υιοθέτηση ενός «μηχανισμού προσαρμογής με την ανάπτυξη».

Αλλά γενικότερα οι Ευρωπαίοι συνεχίζουν να ενεργούν στο πλαίσιο της συμφωνίας του Μαΐου του 2016. Ωστόσο, η ανακοίνωση του Eurogroup, κατά την BNP Paribas, δεν περιέγραψε λεπτομερώς τη μελλοντική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων που θα χρησιμοποιήσουν οι Ευρωπαίοι για να αξιολογήσουν τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και τα ακριβή μέτρα που είναι έτοιμοι να λάβουν στα μέσα του 2018, μετά το τέλος του τρέχοντος προγράμματος.

Έθεσαν στόχο την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ για τουλάχιστον 5 χρόνια, δηλαδή μέχρι το 2022, το οποίο είναι ένα από τα σενάρια της Κομισιόν στην έκθεσή της για την πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος. Δεν υπάρχουν άλλοι επίσημοι στόχοι, παρά ένα πρωτογενές πλεόνασμα για μέχρι το 2060, ίσο ή ελαφρώς μεγαλύτερο από το 2% του ΑΕΠ, το οποίο αρκεί για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των Ευρωπαίων.

Τώρα, αυτό το μέρος της συμφωνίας έχει τα καλά του και τα κακά του. Σύμφωνα με ανάλυση του Peterson Institute, είναι θετικό το γεγονός ότι καθορίζονται συγκεκριμένες δημοσιονομικές υποθέσεις, όχι μόνο για τα επόμενα δύο με πέντε χρόνια αλλά για μέχρι το 2060. Επίσης, είναι θετική εξέλιξη ότι το Eurogroup ζητά τώρα από την Ελλάδα να διατηρήσει ένα πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% για τέσσερα χρόνια μετά το 2019, βάσει των υποθέσεων του προγράμματος. Ένας στόχος που θεωρείται εφικτός.

Το πρόβλημα ωστόσο έχει να κάνει με το γεγονός ότι για την περίοδο μετά το 2022 η Ελλάδα θα πρέπει να έχει πλεονάσματα άνω του 2% του ΑΕΠ. Αυτό δεν συνέβη ποτέ, σε καμμία χώρα, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ δεν είναι σίγουρο ότι οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις δεκαετιών έχουν κάποιο νόημα.

Η διατήρηση πλεονάσματος άνω του 2% του ΑΕΠ για επιπλέον 37 χρόνια προϋποθέτει ότι η οικονομία θα τρέχει με μια άνευ προηγουμένου δυναμική, χωρίς να περάσει από φάση ύφεσης ούτε μία φορά όλο αυτό το μακρύ χρονικό διάστημα. Πιο απλά, η απόφαση του Eurogroup δεν δίνει το περιθώριο η Ελλάδα να «σκοντάψει» έστω και μία χρονιά με όρους οικονομικών επιδόσεων. Εν κατακλείδι, η διατήρηση μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα είναι μια πολιτικά, περισσότερο από οικονομικά, πολύ δύσκολη πρόκληση.

Το ζήτημα με τη συμμετοχή του ΔΝΤ

Δεδομένου ότι οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να κάνουν περισσότερα στο βραχυπρόθεσμο διάστημα, ειδικά πριν από τις γερμανικές εκλογές, το ΔΝΤ αποφάσισε να εγκρίνει τη συμφωνία, αν και δεν έκανε καμμία ουσιαστική παραχώρηση. Το προσωπικό του ΔΝΤ θα συστήσει στο Διοικητικό Συμβούλιο να υιοθετήσει μια «συμφωνία επί της αρχής» για να ανοίξει μια νέα συμφωνία με την Ελλάδα, η οποία δεν θα οδηγήσει σε πληρωμές μόνο εάν υπάρξει συμφωνία για το χρέος.

Σύμφωνα, πάντως, με σχετική ανάλυση της Citigroup, η λύση στις διαπραγματεύσεις ήρθε, όπως συνήθως, με το ΔΝΤ να κάνει παραχωρήσεις στο ευρωπαϊκό, δηλαδή βασικά το γερμανικό αίτημα της συμμετοχής του στο πρόγραμμα. Το ΔΝΤ βρισκόταν, άλλωστε, στο περιθώριο από την έναρξη του τρίτου προγράμματος το καλοκαίρι του 2015.

Το Ταμείο, λοιπόν, θα αναβάλει οποιαδήποτε απόφαση για μια νέα ελληνική γραμμή χρηματοδότησης έως το τέλος του προγράμματος το καλοκαίρι του 2018. Αυτό στην πράξη δεν διαφέρει από τη θέση του ΔΝΤ μέχρι σήμερα, αλλά επιτρέπει στη Γερμανία να εγκρίνει τη δόση. Στην ουσία, η συμφωνία του Eurogroup συνιστά συμβιβασμό. Η Γερμανία μπορεί να διαβεβαιώσει τους ψηφοφόρους της ότι το ΔΝΤ συμμετέχει στο αμφιλεγόμενο ελληνικό πρόγραμμα, ακόμη και εάν το Ταμείο δεν προτίθεται να εκταμιεύσει χρήματα σύντομα.

Από την πλευρά του, το ΔΝΤ μένει πιστό στη θέση του, επιμένοντας σε δεσμεύσεις για την ελάφρυνση του χρέους από τους εταίρους της Αθήνας, προτού προβεί σε οποιαδήποτε εκταμίευση. Kαι η Ελλάδα μπορεί να αποφύγει ένα ακόμη οικονομικό χάος, με την κυβέρνηση να λαμβάνει όλη την αναγνώριση για τις μεταρρυθμίσεις. Σε κάθε περίπτωση, οι διαφωνίες ΔΝΤ – Ευρωπαίων για το ζήτημα του ελληνικού χρέους και των δημοσιονομικών στόχων παραμένουν, όπως ξεκαθάρισε και ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ Gerry Rice.

Συγκεκριμένα, ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 είναι εφικτός, ωστόσο, όπως έχει επαναλάβει το ΔΝΤ στο παρελθόν, μακροπρόθεσμα ο στόχος δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 1,5%, προκειμένου να δημιουργηθεί ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος για την τόνωση της ανάπτυξης, τη μείωση της φορολογίας και την ενίσχυση του κοινωνικού δικτύου προστασίας. Για τον λόγο αυτόν, η ανάλυση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, που αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου το Ταμείο να προχωρήσει σε εκταμίευση μετά την συμφωνία επί των μέτρων ελάφρυνσης, θα βασιστεί αποκλειστικά στις υποθέσεις του Ταμείου.

Η ποσοτική χαλάρωση, η έξοδος στις αγορές και το χρέος

Σημαντική εκκρεμότητα της συμφωνίας του Eurogroup αποτελεί και το μείζον ζήτημα της συμμετοχής στο QE. Κατ’ αρχάς, η ΕΚΤ ξεκαθάρισε ότι θα αποφασίσει για την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα αγορών ομολόγων με βάση τη δική της αξιολόγηση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Και είναι γεγονός ότι η συμφωνία παρέχει πολύ λίγα στοιχεία που η ΕΚΤ θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να αποφασίσει ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο.

Επιπλέον, θα ληφθούν υπόψη και τα θέματα διαχείρισης κινδύνου, τα οποία θα αφορούν στην αξιολόγηση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών, την ακόμα υψηλή εξάρτηση από τον ELA και τα capital controls. Και μην ξεχνάμε ότι η ΕΚΤ αν και έχει ήδη δηλώσει πως η συμφωνία δεν είναι αρκετή για την ένταξη της Ελλάδας στο QE μπορεί να αγοράσει ελληνικά ομόλογα μόνο για δύο μήνες μετά το κλείσιμο μιας αξιολόγησης (σύμφωνα με τους κανόνες της) , καθώς μετά θα ξεκινήσει η επόμενη αξιολόγηση. Οπότε, παραμένει αβέβαιο αν τελικά η Ελλάδα θα ενταχθεί στο QE.

Το ερώτημα τώρα είναι πώς, χωρίς την QE, η Ελλάδα μπορεί να ανακτήσει την πρόσβαση στις αγορές. Αυτή είναι μία προϋπόθεση για την έξοδο από το πρόγραμμα πριν το τρίτο τρίμηνο του 2018, που είναι η δηλωμένη πρόθεση του Eurogroup. Θα μπορούσε, ωστόσο, η Ελλάδα να το κάνει μόνη της; Η απάντηση έρχεται από την ίδια τη συμφωνία.

Κατ’ αρχάς τα πρωτογενή πλεονάσματα έχουν στόχο να κτιστούν αποθεματικά τα οποία θα διασφαλίσουν την πρόσβαση του Ελληνικού Δημοσίου στις αγορές σε σχετικώς ικανοποιητικά (βιώσιμα) επιτοκιακά επίπεδα. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η ανανέωση όλων των δανείων που λήγουν από εδώ και πέρα και, που ως επί το πλείστον βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια των ευρωπαίων εταίρων, θα γίνεται σε επιτόκια αγοράς που κατά κανόνα θα είναι υψηλότερα. Συνεπώς, είναι εκ των ουκ άνευ η πρόσβαση στις αγορές να γίνεται με όσο το δυνατόν χαμηλότερα επιτόκια.

Ταμειακά αποθέματα

Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση του Eurogroup της 15ης Ιουνίου 2017 αναγνωρίζει την αναγκαιότητα δημιουργίας ενός σημαντικού αποθεματικού ρευστότητας ώστε να υποβοηθηθεί η έξοδος της χώρας στις αγορές, όπως επισημαίνει στην ανάλυσή του ο ΣΕβ. Και προς αυτή την κατεύθυνση η απόφαση επισημαίνει τη δέσμευση των Ευρωπαίων να παράσχουν στήριξη στην επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές.

Έτσι, οι μελλοντικές εκταμιεύσεις θα πρέπει να καλύπτουν όχι μόνο την ανάγκη εκκαθάρισης καθυστερούμενων οφειλών αλλά και την περαιτέρω δημιουργία ταμειακών αποθεμάτων, για την υποστήριξη της εμπιστοσύνης των επενδυτών και τη διευκόλυνση της πρόσβασης στις αγορές.

Όπως επισημαίνεται και στην έκθεση της Κομισιόν, οι δόσεις προς την Ελλάδα πρέπει να βοηθήσουν ώστε να χτιστεί ένα «μεγάλο» (sizeable) μαξιλάρι μετρητών ως το τέλος του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018, σύμφωνα με το έγγραφο. Ένα ποσό περίπου 9 δισ. ευρώ θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες για περίπου 10 μήνες μετά τη λήξη του προγράμματος.

Η πραγματικότητα, κακά τα ψέματα, μας λέει ότι για μια διατηρήσιμη πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές, όπως αναφέρει η ανακοίνωση του Eurogroup, χρειάζεται μια δυναμική υποχώρηση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων, το οποίο φαίνεται απίθανο χωρίς την ένταξη στο QE. Μια άλλη επιλογή θα μπορούσε να είναι ο ESM να υποστηρίξει την πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές, χρησιμοποιώντας ορισμένα από τα κεφάλαια που απομένουν στο πρόγραμμα, έτσι ώστε να αγοράσει ομόλογα απευθείας στην πρωτογενή αγορά.

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του ΕSM, αυτό θα μπορούσε να γίνει στο πλαίσιο του τρέχοντος προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης, βάσει της πρότασης του επικεφαλής του ESM. Αυτό όμως θα απαιτούσε να αλλάξουν οι όροι του τρέχοντος προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης, το οποίο θα πρέπει να συμφωνηθεί από το Eurogroup.

Χωρίς μεγάλες μειώσεις

Και με το χρέος τι πρόκειται να γίνει. Εδώ, σχεδόν όλες οι αναλύσεις καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα. Το πακέτο ελάφρυνσης του χρέους που συμφωνήθηκε στο Eurogroup δεν θα οδηγήσει σε μεγάλη μείωση των ετήσιων ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών της Ελλάδας, ακόμη και όταν χρησιμοποιηθούν οι παράμετροι που έχουν οριστεί από του «θεσμούς». Επιπλέον, η πραγματική ελάφρυνση του χρέους δεν βρίσκεται στο τραπέζι παρά μόνο μετά το γ’ τρίμηνο του 2018.

Λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα, η 15ετής επέκταση λήξεων των δανείων του EFSF και την αναβολή των τόκων, οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες θα παραμείνουν κάτω από το 15% του ΑΕΠ για σύντομο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια θα αυξηθούν άνω του 20% του ΑΕΠ, πολύ πριν μειωθεί ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ σε πιο βιώσιμο επίπεδο.

Ένα σημαντικό μέρος της ελάφρυνσης του χρέους που απορρέει από το υφιστάμενο ευρωπαϊκό μεσοπρόθεσμο πλαίσιο αναμένεται να προέλθει από στοχευόμενη αναπροσαρμογή (επιμήκυνση των χρόνων ωρίμανσης και περιόδων χάριτος για πληρωμές τοκοχρεολυσίων) των δανείων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) που εκταμιεύθηκαν στο πλαίσιο του 2ου προγράμματος διάσωσης, και αυτό χωρίς επιπρόσθετο κόστος για τις χώρες που συμμετείχαν στο εν λόγω πρόγραμμα ή στον EFSF.

Από την άλλη πλευρά, το υφιστάμενο πλαίσιο δεν προβλέπει αντίστοιχες παρεμβάσεις στο υπόλοιπο πακέτο ευρωπαϊκών δανείων που έλαβε (ή θα λάβει) η Ελλάδα στο πλαίσιο του 1ου και του 3ου προγράμματος διάσωσης (GLF facility & ESM).

Εντούτοις, το σύνολο των οφειλόμενων δανείων από τον EFSF αποτελεί το 60% του συνόλου των ευρωπαϊκών δανείων που έχουν χορηγηθεί στην Ελλάδα μέχρι τώρα και μόλις το 50% όλων των ευρωπαϊκών δανείων που αναμένεται να έχουν εκταμιευθεί έως την ολοκλήρωση του υφιστάμενου προγράμματος (όλα τα δάνεια αποτυπώνονται σε ονομαστικούς όρους).

Τέλος, οι μηχανισμοί ρήτρας ανάπτυξης (operational-growth mechanism) και έκτακτης ανάγκης (long-term contingency mechanism) που αναφέρονται στην επίσημη ανακοίνωση του Eurogroup της 15ης Ιουνίου δεν μπορούν επί του παρόντος να αξιολογηθούν, λόγω έλλειψης σχετικών διευκρινίσεων.

 

Στην ίδια Κατηγορία


Το Axiaplus, θεωρεί δικαίωμα του αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω του προφίλ που διατηρεί στο Facebook. Εντούτοις, τονίζουμε ρητά πως δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο.

σχόλια