Στρωμένος με… αγκάθια ο δρόμος της ανάπτυξης

Οι αισιόδοξες προβλέψεις της κυβέρνησης για ισχυρή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και η πραγματικότητα που βιώνει η αγορά

393

Η Ελλάδα θα είναι μια από τις χώρες της Ευρωζώνης με τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια, με βάση τις προβλέψεις. Αυτό τουλάχιστον υποστήριξε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, κατά την ομιλία του στο περιφερειακό συνέδριο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας στη Λάρισα. Μακάρι να ισχύει αυτό, και η οικονομία όντως να εξέρχεται από μία βαρύτατη κρίση, που την ταλαιπωρεί εδώ και τουλάχιστον 8 χρόνια. Μόνο που είναι άλλο πράγμα τα ευχολόγια, και άλλο πράγμα η πραγματική διάσταση των οικονομικών δεδομένων.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Συγκεκριμένα, ο Αλέξης Τσίπρας επισήμανε κατά την ομιλία του ότι η επιτροπεία της χώρας τελειώνει, η οικονομία έχει ήδη μπει σε φάση ανάκαμψης, και οι προβλέψεις είναι, μετά από πολλά χρόνια, αισιόδοξες.

Παράλληλα ισχυρίστηκε ότι ακόμη και το ΔΝΤ που συστηματικά υποτιμούσε τις προβλέψεις του για την Ελλάδα από το 2015 και μετά, προβλέπει ότι η ανάπτυξη για το 2018 θα φτάσει το 2,65%. Και πράγματι το ΔΝΤ στην ετήσια έκθεσή του προβλέπει ότι το ΑΕΠ της Ελλάδος θα αυξηθεί το 2018 κατά 2,6%, έναντι 2,4% που προβλέπει η ίδια η κυβέρνηση.

Οι εκτιμήσεις του Ταμείου

Επίσης το Ταμείο εκτιμά ότι φέτος ο ρυθμός ανάπτυξης θα φτάσει το 1,8%, εναρμονιζόμενο πλήρως με τις προβλέψεις της ελληνικής κυβέρνησης. Μάλιστα το ΔΝΤ θεωρεί πως το τελευταίο τρίμηνο του 2017 η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό της τάξεως του 3,6%. Το πώς τώρα θα επιτευχθούν τέτοιοι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ τους τελευταίους μήνες, με βάση και με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, είναι ένα ερώτημα.

Αυτό όμως που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό είναι το γεγονός ότι το ΔΝΤ προβλέπει πως σταδιακά η δυναμική της ελληνικής οικονομίας θα εξασθενήσει και πως η Ελλάδα το 2022 θα καταγράψει ανάπτυξη μόλις 1%. Και αυτό είναι και το μεγάλο ζητούμενο. Πως η όποια ανάκαμψη παρουσιάζει αυτή την περίοδο η ελληνική οικονομία, να αποδειχθεί τελικά ένα «πυροτέχνημα», και στη συνέχεια να ακολουθήσει μεσοπρόθεσμη περίοδο στασιμότητας. Δηλαδή να «βαλτώσει» η οικονομία μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.

Αισιόδοξες προβλέψεις

Ας δούμε τώρα πώς βλέπει τις εξελίξεις στην οικονομία το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Οι προβλέψεις , έτσι όπως καταγράφονται στο προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού του 2018 είναι, αν μη τι άλλο, αισιόδοξες. Αναλυτικότερα, η θετική επίπτωση από την ομαλή υλοποίηση του προγράμματος, που εκτιμάται ότι θα μεταφραστεί σε ταχύτερη ανάκαμψη από το δεύτερο εξάμηνο του 2017, αναμένεται να μεταφέρει την επίδρασή της στο 2018. Σε ετήσια βάση, το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί το 2018 κατά 3,6% σε τρέχουσες τιμές και κατά 2,4% σε σταθερές τιμές, γεγονός που υποδηλώνει την ομαλή αύξηση του αποπληθωριστή του ΑΕΠ (1,2%).

Οι προβλέψεις της κυβέρνησης για μεγαλύτερη ανάπτυξη στηρίζεται στις προβλέψεις για:

–θετική συνεισφορά από την ιδιωτική κατανάλωση (κατά 1% του πραγματικού ΑΕΠ), που ενισχύεται από την ταχύτερη αύξηση της απασχόλησης και τη συνεχιζόμενη μείωση της ανεργίας,

–θετική συνεισφορά από τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου (κατά 1,5% του πραγματικού ΑΕΠ), που αναμένεται να αυξηθεί με διψήφιο ρυθμό λόγω του ευνοϊκότερου επενδυτικού περιβάλλοντος στη βάση των υλοποιούμενων μεταρρυθμίσεων του προγράμματος αλλά και της αυξημένης ζήτησης,

–μικρή περαιτέρω βελτίωση του πραγματικού ελλείμματος στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, εν μέσω αυξήσεων στην εξαγωγική και εισαγωγική δραστηριότητα.

Μέχρι εδώ, όλα καλά. Υπάρχουν όμως και οι ισχυρές αμφιβολίες αν αυτοί οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης μπορούν τελικά να επιτευχθούν. Για παράδειγμά, η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,4% διατηρείται στο επίπεδο της στοχοθεσίας του ΜΠΔΣ 2018 – 2021, αντιστοιχεί όμως σε μικρότερη αύξηση κατά απόλυτο μέγεθος, μιας και έχει προηγηθεί η επί τα χείρω αναθεώρηση της μεταβολής της για το 2017 (-0,2 εκατοστιαίες μονάδες) σε σχέση με το σενάριο του ΜΠΔΣ. Επίσης, ανασχετικό παράγοντα αποτελεί η δέσμευση για επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ το 2018.

Την ίδια στιγμή, η εκτιμώμενη υστέρηση το 2017 κατά 1,6 εκατοστιαίες μονάδες έναντι των προβλέψεων του ΜΠΔΣ «διορθώνεται» με ανάλογη αύξηση το 2018. Η αύξηση των επενδύσεων το 2018 στηρίζεται αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα και αφορά σε όλες τις κατηγορίες επενδύσεων (εξοπλισμός, κατασκευές, κατοικίες κ.λ.π.)

Σύμφωνα με σχετική ανάλυση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, μολονότι η διόρθωση της πορείας των επενδύσεων στη χώρα μπορεί να δικαιολογείται από

(α) την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης

(β) τις κυβερνητικές δεσμεύσεις για συνεπή πορεία εφαρμογής των προαπαιτούμενων μέτρων του προγράμματος

(γ) την προοπτική για αποκατάσταση της χρηματοδότησης της χώρας από τις διεθνείς αγορές εντός του 2018 και

(δ) την αναμενόμενη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης της οικονομικής δραστηριότητας με την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, εκφράζονται σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το ύψος και την ταχύτητα της «διόρθωσης» αυτής.

Εφικτός στόχος

Σε τελική ανάλυση, αυτό που σημειώνει το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο είναι ότι για το 2017 ο στόχος για ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ ίσο με 1,8% θεωρείται αισιόδοξος. Για να επιτευχθεί απαιτείται μέσος όρος μεγέθυνσης τα επόμενα δύο τρίμηνα της τάξης του 3%. Ωστόσο εδραιώνεται πλέον η προσδοκία για θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης το 2017. Υπό την προϋπόθεση ότι επιτυγχάνεται το +1,8% για το 2017, ο στόχος για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,4% το 2018 θεωρείται μεν αρκετά φιλόδοξος, αλλά συνεπικουρούμενος μεταξύ άλλων από τον θετικό αντίκτυπο του 2017 είναι υπό προϋποθέσεις επιτεύξιμος.

Επιπλέον, για το 2018 εκτιμάται από το ΥΠ.ΟΙΚ. ότι οι δημόσιες επενδύσεις θα μειωθούν κατά 1,1% σε πραγματικούς όρους. Οι αρνητικές επιπτώσεις λόγω της μείωσης της δημόσιας κατανάλωσης και ιδίως των δημοσίων επενδύσεων το 2018 είναι δυνατό, υπό προϋποθέσεις, να μη σταθούν εμπόδιο στις αναπτυξιακές προοπτικές που ανοίγει η ολοκλήρωση του προγράμματος εντός του 2018 και η αποκατάσταση της ομαλής χρηματοδότησης της χώρας από τις διεθνείς χρηματαγορές.

Ωστόσο, η ροή επενδύσεων και ο εξαγωγικός προσανατολισμός της οικονομίας θα αποτελέσουν κλειδιά για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου μεγέθυνσης της οικονομίας για το 2018.

Η υφιστάμενη κατάσταση της οικονομίας

Σε ποιο σημείο βρίσκεται όμως σήμερα η ελληνική οικονομία; Την απάντηση δίνουν τα δεδομένα της Τραπέζης της Ελλάδος, σύμφωνα με την οποία η οικονομία βρίσκεται σήμερα σε ανοδική τροχιά. Σε αυτό συνέβαλε η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και η θετική επίδραση που είχε κυρίως στην εμπιστοσύνη και στη ρευστότητα. Η εμπέδωση της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας αντανακλάται κατ’ αρχάς στη θετική πορεία του ΑΕΠ αλλά και στη βελτίωση βραχυχρόνιων δεικτών:

–Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 0,4% στο α’ τρίμηνο και κατά 0,8% στο β’ τρίμηνο του 2017. Συνολικά, το πρώτο εξάμηνο του 2017 το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,6%, έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2016.

–Η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 1,7% τον Ιούλιο του 2017 για δέκατο συνεχόμενο μήνα. Συνολικά το επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2017 η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 5,3% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2016.

–Ο όγκος λιανικών πωλήσεων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2017 αυξήθηκε κατά 2,4% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2016.

–Η θετική δυναμική της οικονομίας αντανακλάται και στην αγορά εργασίας, η οποία παρουσιάζει σημάδια βελτίωσης, ήδη από τα μέσα του 2014, λόγω των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που επέτρεψαν την επέκταση πιο ευέλικτων μορφών εργασίας. Ειδικότερα, η απασχόληση αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 2,4% το δεύτερο τρίμηνο του έτους, ενώ το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε σε 21,2% τον Ιούνιο του 2017, έναντι 23,5% τον Ιούνιο του 2016.

–Ο δείκτης οικονομικού κλίματος αυξήθηκε τον Σεπτέμβριο σε 100,6, από 99,0 τον Αύγουστο, εξαιτίας, μεταξύ άλλων, και της σημαντικής ανόδου στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, η οποία διαμορφώθηκε στο υψηλότερο επίπεδό της τα τελευταία δύο χρόνια.

–Ο δείκτης PMI για τη μεταποίηση υποδηλώνει επέκταση για τρίτο συνεχή μήνα, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί σε 52,2 τον Αύγουστο, από 50,5 τον Ιούλιο, δηλαδή, στο υψηλότερο επίπεδό του από τον Αύγουστο του 2008.

Ωστόσο η ΤτΕ προειδοποιεί ταυτόχρονα ότι παρά τις θετικές ενδείξεις που καταγράφονται σήμερα και την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Ο σημαντικότερος και αμεσότερος κίνδυνος είναι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης του προγράμματος, όπως έγινε στην περίπτωση της πρώτης και δεύτερης αξιολόγησης.

Κάτι τέτοιο θα πρέπει να αποφευχθεί, καθώς θα τροφοδοτούσε έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας, η οποία θα οδηγούσε σε αναστολή των επενδυτικών σχεδίων, θα υπέσκαπτε την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας και θα εξασθενούσε τις προοπτικές διατηρήσιμης πρόσβασης του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων μετά το πέρας του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018.

Ταυτόχρονα, υπάρχουν και ορισμένες μέσο-μακροπρόθεσμες προκλήσεις, που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, προκειμένου να ισχυροποιηθούν οι θετικές προοπτικές. Ειδικότερα:
–Η ανεργία παραμένει πολύ υψηλή, ενώ οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται αφορούν, σε μεγάλο βαθμό, μερική και εκ περιτροπής απασχόληση, με αποτέλεσμα να συνοδεύονται από χαμηλές αποδοχές.

Παράλληλα, η φορολογική επιβάρυνση των μισθωτών και των ελεύθερων επαγγελματιών έχει αυξηθεί και οι κοινωνικές παροχές συνεχίζουν να μειώνονται. Εξαιτίας αυτών των παραγόντων η κατανάλωση των νοικοκυριών είναι πιθανόν να εξασθενίσει ή να παραμείνει αναιμική επί μακρό χρονικό διάστημα.

–Παρά την έως τώρα πρόοδο, οι τράπεζες συνεχίζουν να επιβαρύνονται με τη διαχείριση του μεγάλου αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και αδυνατούν να στηρίξουν επαρκώς την οικονομική δραστηριότητα με νέες πιστώσεις.

–Οι επενδύσεις παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα και αυτό δεν οφείλεται μόνο σε καθυστερήσεις στη χρηματοδότηση του ΠΔΕ και την έλλειψη τραπεζικού δανεισμού, αλλά και στο γεγονός ότι το επενδυτικό κλίμα στη χώρα συνεχίζει να μην θεωρείται φιλικό σε ιδιωτικές επενδύσεις.

–Το δημόσιο χρέος παραμένει πολύ υψηλό και η εξυπηρέτησή του απαιτεί τη δέσμευση σημαντικών δημόσιων πόρων σε μακροπρόθεσμη βάση. Αυτό μπορεί να καταστεί δυνατό είτε με τη συμπίεση των δαπανών και τον περιορισμό του δημόσιου τομέα είτε με την αύξηση των εσόδων.

Προβληματική ανάκαμψη

Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι επισημάνσεις του ΣΕΒ, σύμφωνα με τις οποίες η οικονομία ανακάμπτει λόγω αύξησης της ζήτησης, που επηρεάζεται κυρίως από εξωγενείς παράγοντες (τουρισμός, εξαγωγές). Η συνεπακόλουθη αύξηση της απασχόλησης δεν συνοδεύεται, όμως, και από υψηλότερους μισθούς, καθώς η ανεργία διατηρείται ακόμη σε υψηλά επίπεδα. Αυτό συμβαίνει ακριβώς διότι παραμένει η αβεβαιότητα στη διατήρηση της ζήτησης χωρίς να έχει αναδιαταχθεί το παραγωγικό πρότυπο προς εξωστρεφείς βιομηχανικές δραστηριότητες.

Ως εκ τούτου, η ανάκαμψη είναι υποτονική, καθώς δεν ενισχύεται η πλευρά της προσφοράς (διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, κερδοφόρες ιδιωτικές επενδύσεις, φιλικό προς την επιχειρηματικότητα περιβάλλον, κ.α.) και η παραγωγή παραμένει καθηλωμένη.

Επιπροσθέτως, η ανάκαμψη αυτή μπορεί να αποδειχθεί ασταθής, και ενδεχομένως να έχει και ημερομηνία λήξης, εάν και εφόσον οι εξωγενείς παράγοντες πάψουν να επενεργούν με την ίδια ένταση στην ελληνική οικονομία και οι μεταρρυθμίσεις σε κράτος και οικονομία σταματήσουν ή παλινδρομήσουν προς τα πίσω.

Επιπλέον, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση δημοσιονομικής προσαρμογής και τα αυξανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα δημιουργούν πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και στα κέρδη των επιχειρήσεων, κυρίως λόγω της υπερφορολόγησης που έχει επιβληθεί στην οικονομία.

Η μονομερής αυτή λιτότητα μέσω φόρων τείνει να συμπιέζει ή και να αποθαρρύνει την ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα, αφήνοντας στο απυρόβλητο τις δημόσιες δαπάνες, πλην κοινωνικών παροχών και συντάξεων, καθώς το παρόν επίπεδο εθνικού εισοδήματος, ανεξαρτήτως αναδιανομής του, δεν μπορεί να τις στηρίξει.

Προϋποθέσεις

Και επειδή η χώρα θα συνεχίσει υποχρεωτικά για πολλά χρόνια ακόμη να ζει με υψηλή πρωτογενή πλεονάσματα, απαιτείται επειγόντως αύξηση της παραγωγικότητας στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών προς τους πολίτες, σε συνδυασμό πάντα με μια προσπάθεια να δημιουργηθούν συνθήκες καλπάζουσας επέκτασης της οικονομικής δραστηριότητας μέσω κερδοφόρων ιδιωτικών επενδύσεων.

Είναι αλήθεια ότι η οικονομική προσαρμογή και οι διαρθρωτικές μεταβολές των τελευταίων επτά χρόνων έχουν καταστήσει την Ελλάδα πιο φιλική προς τις επιχειρήσεις και έχουν δημιουργήσει σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες. Ωστόσο, οι εγχώριες αποταμιεύσεις δεν επαρκούν για την κάλυψη των επενδυτικών αναγκών της ελληνικής οικονομίας. Συνεπώς, το μεγάλο ζητούμενο σήμερα είναι η επιτάχυνση των επενδύσεων. Και μόνη οδός για να καλυφθεί το μεγάλο επενδυτικό κενό είναι η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, με έμφαση στους πιο παραγωγικούς τομείς της οικονομίας.

Αυτό, κατ’ αρχάς, προϋποθέτει την απαρέγκλιτη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει κατ’ επανάληψη προτείνει την αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να καταστεί πιο φιλικό προς την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με περισσότερη έμφαση στην περικοπή μη παραγωγικών δαπανών.

Σε συνδυασμό με μια πιο αποτελεσματική διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, κυρίως της ακίνητης, μέσω κατάλληλης νομοθεσίας για τις χρήσεις γης και με την περαιτέρω ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα, και ιδιαιτέρως του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, η περαιτέρω μείωση των μη παραγωγικών δαπανών του δημόσιου τομέα θα επιτρέψει τη μείωση των υψηλών φορολογικών συντελεστών, ενισχύοντας έτσι την αναπτυξιακή διαδικασία.

Εκτός από τα παραπάνω, απαιτείται η αποφασιστική και οριστική άρση των εμποδίων που ανακύπτουν από διάφορα μικρά ή μεγάλα οργανωμένα συμφέροντα και συντεχνίες, που επιβαρύνουν το επιχειρηματικό κλίμα και δυσχεραίνουν την υλοποίηση επενδύσεων και την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, ακόμη και αυτών που έχουν ήδη εγκριθεί.

Αν δεν αντιμετωπιστούν αυτά τα εμπόδια, που στην πράξη αποθαρρύνουν τις επενδύσεις, τότε οι προοπτικές δυναμικής ανόδου της οικονομίας και μεταστροφής της προς ένα εξωστρεφές αναπτυξιακό πρότυπο μπορεί να μην επιβεβαιωθούν, καθώς ένας από τους βασικούς πυλώνες ανάπτυξης της οικονομίας τα επόμενα χρόνια είναι η προσδοκώμενη άνοδος των επενδύσεων και η ώθηση που αναμένεται να δώσει στην εξαγωγική βάση.

Στην ίδια Κατηγορία


Το Axiaplus, θεωρεί δικαίωμα του αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω του προφίλ που διατηρεί στο Facebook. Εντούτοις, τονίζουμε ρητά πως δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο.

σχόλια