Σκληρή η «μάχη» για το δημόσιο χρέος

- Σχεδόν πλήρης η διάσταση απόψεων - Άλλα θέλει το ΔΝΤ, άλλα υποστηρίζουν οι Ευρωπαίοι και άλλα προσδοκά η κυβέρνηση

1224

Του Σπύρου Σταθάκη

Ένα ακόμη δύσκολο χρονικό διάστημα μόλις ξεκίνησε για την οικονομία, αλλά και για την κυβέρνηση, η οποία πρέπει να δώσει αγώνα δρόμου προκειμένου να είναι συνεπής με τις υποχρεώσεις του μνημονίου.

Η πρώτη αξιολόγηση μπορεί να έκλεισε, έστω με μεγάλη καθυστέρηση, όμως και η δεύτερη αξιολόγηση μόνο παιχνιδάκι δεν θα είναι. Και μόνο το γεγονός ότι τα μέτρα στον τομέα των μεταρρυθμίσεων της κοινωνικής ασφάλισης, της πρόνοιας και της αγοράς εργασίας αναμένεται να είναι στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές, αναδεικνύει το πόσο καυτό θα είναι το επόμενο διάστημα για την κυβέρνηση, και σε πολιτικό επίπεδο.

Την ίδια στιγμή, οι αντικρουόμενες απόψεις μεταξύ ΔΝΤ και ευρωπαϊκών θεσμών (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΚΤ και Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) ως προς την απόδοση των μέτρων περιορισμού του ελλείμματος του συνταξιοδοτικού συστήματος, το μίγμα δημοσιονομικής προσαρμογής και κυρίως την αναγκαιότητα ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους κάνουν την κατάσταση περισσότερο πολύπλοκη. Ας δούμε όμως πρώτα σε ποιο σημείο βρισκόμαστε. Κατ’ αρχάς, σε έγγραφό του που αφορά στην ατζέντα της Συνόδου των υπουργών Οικονομικών της 7ης Νοεμβρίου, ο πρόεδρος του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, ουσιαστικά ανοίγει τον δρόμο για τη συζήτηση σχετικά με τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους.

Ανοίγει ο δρόμος

Συγκεκριμένα, στο έγγραφο αναφέρεται ότι ολοκληρώθηκε επισήμως η πρώτη επικαιροποίηση του προγράμματος, και αυτό ανοίγει τον δρόμο για την υλοποίηση των βραχυπρόθεσμων παρεμβάσεων στο χρέος που αποφασίστηκαν στο Eurogroup της 24ης Μαΐου. Οι βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις συνεπάγονται αναδιαμόρφωση του προφίλ ωρίμανσης του ανεξόφλητου υπολοίπου των δανείων του EFSF που απομένουν από το δεύτερο ελληνικό δανειακό πρόγραμμα, αλλά και παρεμβάσεις για να περιοριστεί ο επιτοκιακός κίνδυνος παρεμποδίζοντας την αύξηση των επιτοκίων για ένα μέρος των δανείων του EFSF πέρα από ένα σημείο. Σύμφωνα με το έγγραφο του κ. Ντάισελμπλουμ, ο ESM εξακολουθεί να εργάζεται για τις τεχνικές λεπτομέρειες των μέτρων για τη μείωση του επιτοκιακού κινδύνου και εργάζεται σε μια πρόταση για τη χρονική στιγμή της εισαγωγής των μέτρων αυτών.

Περισσότερες λεπτομέρειες, ωστόσο, για το τι ετοιμάζεται στο παρασκήνιο έδωσε ο γενικός γραμματέας του ESM και του EFSF (Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), Καλίν  Άνεβ Γιάνσε, επισημαίνοντας πως ο ESM δεν θα συζητήσει τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους πριν από το τέλος του επόμενου έτους και ότι εργάζεται με την υπόθεση ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα. Επιπλέον, διερευνώνται αρκετά μέτρα στήριξης (βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα). Βραχυπρόθεσμα, μπορεί να αναδιοργανώσει τις αποπληρωμές του ελληνικού χρέους. Η μέση διάρκεια αποπληρωμής των δανείων, που είναι τώρα 28 έτη, θα μπορούσε να αυξηθεί στα 32 έτη. Μπορεί να υπάρξει και μείωση του κινδύνου επιτοκίων για την Ελλάδα. Και, τέλος, έχει ανακοινωθεί ότι θα άρθει η κλιμάκωση που θα οδηγούσε σε αύξηση των πληρωμών τόκων από την Ελλάδα.

Τα μέτρα αυτά, που μένει ακόμη να ολοκληρωθούν, θα μπορούσαν να συζητηθούν από το Συμβούλιό μας στα τέλη Νοεμβρίου και να τίθεντο σε ισχύ στην αρχή του 2017. Τα ερωτήματα, όμως, που προκύπτουν είναι τα εξής: Μπορούν οι παραπάνω παρεμβάσεις να πείσουν το ΔΝΤ και να συμμετάσχει τελικά στο ελληνικό πρόγραμμα, ή η εμπλοκή θα παραταθεί, φτάνοντας πλέον και στο σημείο ανοικτής κόντρας του Ταμείου με τους Ευρωπαίους εταίρους; Επίσης, τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ρύθμισης του χρέους αρκούν για να ανοίξει ο δρόμος συμμετοχής της χώρας μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ;

Το ΔΝΤ δεν αλλάζει τις θέσεις του

Για να διερευνήσουμε λοιπόν ποιες μπορεί να είναι οι πιθανές εξελίξεις, θα πρέπει να δούμε όλα τα δεδομένα, όπως τα καταγράφει σε σχετική ανάλυση και ο ΣΕΒ. Η θέση του ΔΝΤ είναι ότι το φορολογικό σύστημα, με το υψηλό αφορολόγητο και την ακραία επιβάρυνση των συνεπών φορολογουμένων και οργανωμένων επιχειρήσεων με υψηλούς φόρους και εργοδοτικές εισφορές, και τη συνεπαγόμενη εξαίρεση άνω του 50% του πληθυσμού από την υποχρέωση καταβολής φόρου εισοδήματος, δρα αντιαναπτυξιακά, εμποδίζοντας την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και τη δημιουργία εισοδημάτων και απασχόλησης.

Ταυτόχρονα, η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας κρίνεται ανεπαρκής, με το έλλειμμα του συνταξιοδοτικού συστήματος (10% του ΑΕΠ) να παραμένει 4 φορές μεγαλύτερο από το μέσο έλλειμμα στην Ε.Ε. των 28, παρά τις πρόσφατες μειώσεις των συντάξεων. Με βάση τις τάσεις αυτές, το ΔΝΤ θεωρεί ότι το πρωτογενές πλεόνασμα δεν θα υπερβεί το 1,5% του ΑΕΠ το 2018 και μετά, ο δυνητικός μακροπρόθεσμος ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας θα παραμείνει υποτονικός (1,25%), και ως εκ τούτου οι ακαθάριστες δανειακές ανάγκες (δημοσιονομικό ισοζύγιο συν πληρωμές χρεολυσίων) της χώρας θα διαμορφώνονται για πολλά χρόνια πάνω από το 15% του ΑΕΠ, καθιστώντας έτσι το χρέος μη βιώσιμο.

Επιμένει το Ταμείο

Με τις παραδοχές αυτές, το ΔΝΤ προκρίνει τη δραστική εμπροσθοβαρή αναδιάρθρωση του χρέους. Συγκεκριμένα, ρυθμίσεις περαιτέρω επιμήκυνσης της διάρκειας των δανείων που έχουν δοθεί στο πλαίσιο των μνημονίων, περαιτέρω αναβολής των πληρωμών εξυπηρέτησης του χρέους και επέκτασης των περιόδων χάριτος, καθώς και επαναπροσδιορισμού των κυμαινομένων επιτοκίων σε σταθερά χαμηλό επίπεδο για τις επόμενες δεκαετίες, μπορούν συνδυαστικά να επαναφέρουν τις ακαθάριστες δανειακές ανάγκες της χώρας σε τροχιά αποκλιμάκωσης και σε επίπεδα συμβατά με τη βιωσιμότητα του χρέους. Το ΔΝΤ, επιπλέον, επιμένει ότι η εφαρμογή των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους πρέπει να ολοκληρωθεί στη μεσοπρόθεσμη περίοδο, μέχρι την ολοκλήρωση του τρίτου μνημονίου στα μέσα του 2018, με την ανακοίνωση των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους να λαμβάνει χώρα στη βραχυπρόθεσμη περίοδο, δηλαδή πριν από το τέλος του 2016.

Η δύσκολη εξίσωση της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους, οι προϋποθέσεις που θα το καταστήσουν και πάλι βιώσιμο και τα πολιτικά εμπόδια

Μακροπρόθεσμα, στους σχεδιασμούς του ΔΝΤ περιλαμβάνεται, επίσης, και ένας αυτόματος μηχανισμός αναλογικής ρύθμισης του χρέους, στον βαθμό που ο ρυθμός ανάπτυξης υπόκειται σε εξωγενείς αναταράξεις προς τα κάτω. Με τον τρόπο αυτόν, το ΔΝΤ θα μπορέσει να επανέλθει με χρηματοδότηση στο πρόγραμμα, έχοντας διασφαλισμένη τη βιωσιμότητα του χρέους, ενώ ταυτόχρονα θα δοθεί ένα ισχυρό μήνυμα στις αγορές ότι η Ευρώπη στηρίζει έμπρακτα τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους.

Άλλα μας λένε όμως οι Ευρωπαίοι…

Το πρόβλημα με την προσέγγιση αυτή του ΔΝΤ είναι ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι δίνουν τελείως διαφορετικό περιεχόμενο στη χρονική κατανομή των μέτρων και στο είδος των παρεμβάσεων ρύθμισης του χρέους. Ουσιαστικά, στην απόφαση του Eurogroup του Μαΐου, η βραχυπρόθεσμη περίοδος περιλαμβάνει σχεδόν ασήμαντα σε μέγεθος μέτρα ρύθμισης του χρέους, που θα εφαρμοστούν στην περίοδο μετά την ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης (που τεχνικά θα κλείσει μάλλον στις 24/10/2016) και μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος. Η μεσοπρόθεσμη περίοδος ξεκινά μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος (μέσα του 2018), περιλαμβάνει κάποια από τα μέτρα που προτείνει το ΔΝΤ, εάν χρειαστούν, ώστε οι μακροπρόθεσμες ακαθάριστες δανειακές ανάγκες να παραμείνουν σε επίπεδο συμβατό με τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως αυτό θα αξιολογηθεί τότε.

Τέλος, στη μακροπρόθεσμη περίοδο, το Eurogroup συμφωνεί σε έναν μηχανισμό ad hoc ρυθμίσεων του χρέους, σε περίπτωση που το χρέος εξελίσσεται σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο βιωσιμότητας, οι οποίες περιλαμβάνουν κάποια επιπρόσθετα μέτρα σε συνέχεια εκείνων που προβλέπονται στη μεσοπρόθεσμη περίοδο. Σε κάθε περίπτωση, στην απόφαση του Eurogroup, την οποία προφανώς έχει αποδεχθεί πλήρως η ελληνική πλευρά, αναγνωρίζεται ότι είναι σχεδόν αδύνατον να ληφθούν πιο συγκεκριμένα μέτρα εδώ και τώρα, όπως επιθυμεί το ΔΝΤ, καθώς είναι εξίσου αδύνατον να προβλεφθεί το μακρινό μέλλον.

Στο… πλευρό του Βερολίνου

Ενδεικτικό των προθέσεων των Ευρωπαίων εταίρων είναι οι θέσεις που έχει εκφράσει τελευταία ο Κλάους Ρέγκλινγκ. Η Ευρωζώνη δεν είναι διατεθειμένη να δώσει μεγαλύτερη ελάφρυνση χρέους απ’ όση χρειάζεται η Ελλάδα, υποστηρίζει ο επικεφαλής του ESM, ο οποίος μάλιστα τάχθηκε και στο πλευρό του Βερολίνου στην κόντρα του με το ΔΝΤ σχετικά με την ανάγκη αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους. Σύμφωνα με τον κ. Ρέγκλινγκ, η Ελλάδα δεν θα έχει προβλήματα με το χρέος της για τουλάχιστον μια δεκαετία, ενώ δήλωσε πεντακάθαρα ότι είναι περισσότερο με το μέρος του Σόιμπλε, παρά της Λαγκάρντ. Το ΔΝΤ, ως γνωστόν, έχει εκφράσει επανειλημμένως τις ανησυχίες του σχετικά με τη βιωσιμότητα του χρέους, την ώρα που από πλευράς Γερμανίας υιοθετείται μια διαφορετική στάση. Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι το χρέος, αλλά η ανάγκη να γίνει πιο ανταγωνιστική, τονίζει όπου βρεθεί και όπου σταθεί ο κ. Σόιμπλε. Τώρα, πώς με βάση αυτές τις εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις θα υπάρξει έστω και μίνιμουμ συναίνεση μεταξύ των δανειστών της χώρας μας, είναι ένα σημαντικό ζήτημα.

Ανάμεσα σε συμπληγάδες

Από τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η Ελλάδα βρίσκεται εγκλωβισμένη μεταξύ σφύρας και άκμονος. Αφενός είναι δύσκολο να τελεσφορήσει η ελληνική διεκδίκηση για άμεση και ουσιαστική –που να υπερβαίνει την απόφαση του Eurogroup– ρύθμιση του χρέους πριν από το τέλος του έτους, αφετέρου η πίεση για εφαρμογή της πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στα ελληνικά ομόλογα, ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που δεν έχει συμφωνηθεί, παραμένει μετέωρη. Την ίδια ώρα, οι εκλογές στη Γαλλία αλλά κυρίως στη Γερμανία καθυστερούν προσχηματικά τις εξελίξεις. Το κύριο εμπόδιο λοιπόν στην ελληνική περίπτωση είναι ότι η χώρα είναι μέλος της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης.

Το στοίχημα της συμμετοχής της Ελλάδος στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και η πολυπόθητη επιστροφή στις αγορές

Ποιος θα πληρώσει το κόστος

Το ερώτημα δε είναι ποιος τελικά θα αναλάβει το κόστος της αναδιάρθρωσης. Βάσει του καταστατικού του το ΔΝΤ, το οποίο υποστηρίζει σθεναρά την αναγκαιότητα ενός κουρέματος, έχει προτεραιότητα στην αποπληρωμή. Επομένως, το βάρος θα πρέπει να πέσει στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, δηλαδή κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις στους Ευρωπαίους φορολογούμενους. Μια τέτοια λύση όμως προϋποθέτει ότι θα συμφωνήσουν τα κράτη-μέλη, κάτι που δεν θα πρέπει να το θεωρούμε δεδομένο, αφού κάποιες από τις χώρες αυτές εφαρμόζουν ήδη σκληρά προγράμματα λιτότητας και δεν επιθυμούν, προφανώς για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους, να συμφωνήσουν σε ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Μια ακόμα σημαντική πολιτική πτυχή του θέματος είναι ότι ένας μηχανισμός αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα για την Ιταλία και όσους ακολουθούν, οδηγώντας σε αμοιβαιοποίηση του χρέους πολύ πιο σύντομα από το πολιτικά αποδεκτό, το οποίο προϋποθέτει τη συγκρότηση άλλων μηχανισμών οικονομικής διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κάτι που σε καμία περίπτωση δεν θα το ήθελε η Γερμανία.

Το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και η «φυγή προς τα εμπρός»

Σε κάθε περίπτωση, η ουσιαστική ρύθμιση του χρέους στη διάρκεια του προγράμματος με άμεση ανακοίνωση του περιεχομένου της θα έδινε το μήνυμα στις αγορές ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο… Αυτό με τη σειρά του θα μπορούσε να βελτιώσει άρδην τις προσδοκίες των επενδυτών και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας με άμεσο αναπτυξιακό αντίκτυπο, επιταχύνοντας έτσι την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την έξοδο από την κρίση. Η παροχή, λοιπόν, νέας σημαντικής ελάφρυνσης χρέους από τους πιστωτές του επίσημου τομέα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη σταθεροποίηση του επενδυτικού κλίματος και την εξασφάλιση του απαραίτητου χώρου που θα επιτρέψει την έξοδο της οικονομίας από το υφεσιακό περιβάλλον.

Ο κύριος φόβος της ελληνικής κυβέρνησης

Και με την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ τι γίνεται; Ομολογουμένως, η συμμετοχή της Ελλάδος στο πρόγραμμα μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης αποτελεί, σύμφωνα και με σχετική μελέτη της Eurobank, τη μόνη εξέλιξη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ταχεία αποκλιμάκωση των διαφορικών αποδόσεων των ελληνικών κυβερνητικών ομολόγων, επιτρέποντας ενδεχομένως σταδιακή πρόσβαση στις διεθνείς χρηματοοικονομικές αγορές.

Και σε αυτό το σημείο υπάρχει το εξής ζήτημα: Μήπως τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το ελληνικό χρέος που περιγράφει ο ESM, και που αναμένεται να συμφωνηθούν πριν από το τέλος του έτους, αλλά αυτές δεν αλλάξουν δραστικά την εικόνα στην ανάλυση της βιωσιμότητας χρέους, που είναι κρίσιμη για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, αλλά και για την απόφαση της ΕΚΤ να συμπεριλάβει την Ελλάδα στο πρόγραμμα αγορών ομολόγων.

Αυτός είναι και ο κύριος φόβος της ελληνικής κυβέρνησης. Γι’ αυτό και ζητάει να υπάρξει άμεσα εξειδίκευση των προβλεπόμενων μέτρων διαχείρισης του δημόσιου χρέους. Την ίδια στιγμή, όμως, οι ελληνικές προσδοκίες για ονομαστική μείωση του χρέους διαψεύστηκαν, αν και στην πραγματικότητα ήταν κάτι το οποίο είχε καθοριστεί από τη συμφωνία που είχε προηγηθεί στις 9 Μαΐου, όπου αναφέρεται ξεκάθαρα ότι ονομαστικό κούρεμα του χρέους αποκλείεται, σύμφωνα με τις επιταγές και το νομικό πλαίσιο της Ε.Ε. Έτσι, δεν θα πρέπει να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι σταδιακά η κυβέρνηση έχει αρχίσει και μεταβάλλει τις θέσεις της. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα ανέφερε στην κοινοβουλευτική υποεπιτροπή για το χρέος ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Γιώργος Χουλιαράκης.

Παρότι ανέδειξε σημαντικό παράγοντα για την πορεία εξόδου της χώρας από την κρίση την απομείωση του χρέους, επισήμανε με νόημα πως η απομείωση του δημόσιου χρέους δεν αποτελεί πανάκεια. Αναφερόμενος στους τέσσερεις παράγοντες που προσδιορίζουν τη βιωσιμότητα του χρέους (οι ρυθμοί μεγέθυνσης του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος σε σταθερές τιμές –σε πραγματικούς όρους–, το ύψος των ονομαστικών επιτοκίων με το οποίο δανείζεται η χώρα στις διεθνείς αγορές και προφανώς το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων) είπε πως δύο εξ αυτών είναι εξωγενείς.

«Ακόμη κι αν συμφωνήσουμε ότι το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων θα μειωθεί όπως πρέπει να μειωθεί, κι ακόμη αν δεχθούμε ότι ο πληθωρισμός μεσομακροχρόνια θα είναι στο επίπεδο των στόχων που θέτει η ΕΚΤ, δηλαδή στο 2%, οι άλλες δύο μεταβλητές που προσδιορίζουν τη βιωσιμότητα του χρέους (ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας και τα επιτόκια δανεισμού) είναι ενδογενείς μεταβλητές» εξήγησε, επισημαίνοντας πως ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας μακροχρόνια συναρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσουμε τις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή τις δομικές αδυναμίες που οδήγησαν την ελληνική οικονομία και το δημόσιο χρέος στο σημείο όπου το έφεραν το 2010.

Εντυπωσιακή μεταστροφή

Αν αυτή είναι και η επίσημη γραμμή της κυβέρνησης, αν μη τι άλλο πρόκειται για εντυπωσιακή μεταστροφή. Από εκεί που το ζητούμενο ήταν η διαγραφή μεγάλου μέρους του δημόσιου χρέους, φαίνεται ότι η κυβέρνηση έχει αρχίσει σταδιακά να συμβιβάζεται με την ιδέα αφενός εξασφάλισης της χρηματοδότησης της χώρας και την πραγματοποίηση κάποιων κινήσεων για ελάφρυνση χρέους, και αφετέρου –και πιο σημαντικό– της μείωσης της πολιτικής αβεβαιότητας προκειμένου να μπει η οικονομία σε μια φάση ομαλοποίησης, αποφεύγοντας αρνητικές εξελίξεις και αντιμετωπίζοντας προβλήματα που ταλανίζουν την ελληνική οικονομία για χρόνια, αποτελώντας τροχοπέδη για την οικονομική ανάκαμψη.

 

Στην ίδια Κατηγορία


Το Axiaplus, θεωρεί δικαίωμα του αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω του προφίλ που διατηρεί στο Facebook. Εντούτοις, τονίζουμε ρητά πως δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο.

σχόλια