Ποιος ήταν ο υπερ-ρεαλιστής Νίκος Γκάτσος; (video)

Της Ειρήνης Πιτσόλη

1302

«Και μη γελάς και μην κλαις και μη χαίρεσαι
Μη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατάνια
Μη γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
Γιατί δεν είναι ο σταυραητὸς ένα κλεισμένο συρτάρι
Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου
Ούτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο Σουλτάνου
Ούτε μεταξωτὴ φορεσιὰ για το κεφάλι της φάλαινας.
Είναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους
Είναι προσκέφαλο μαραγκού είναι ρολόι ζητιάνου
Είναι φωτιά σ᾿ ένα γύφτικο που κοροϊδεύει τις παπαδιές και νανουρίζει τα κρίνα
Είναι των Τούρκων συμπεθεριό των Αυστραλών πανηγύρι
Είναι λημέρι των Ούγγρων»

Οι παραπάνω στίχοι, είναι από την ποιητική σύνθεση «Αμοργός» , το μόνο βιβλίο ποίησης που εξέδωσε εν ζωή ο πολυπράγμων Νίκος Γκάτσος. Παρότι θεωρείται κορυφαία δημιουργία του ελληνικού υπερρεαλισμού με τεράστια επίδραση στους νεότερους ποιητές, ο Γκάτσος σαν ποιητής δεν σημείωσε αυτό που λέμε «αξιοζήλευτη καριέρα» ούτε υπήρξε πολυγραφότατος.

Η πορεία του Νίκου Γκάτσου στην ποίηση ξεκίνησε το 1931 όταν δημοσίευσε το ποίημα «Της Μοναξιάς» στο περιοδικό «Νέα Εστία».Το ποίημα, που έχει έντονη την επίδραση του Παλαμά, περνάει απαρατήρητο. Τα επόμενα δύο χρόνια θα δημοσιεύσει άλλα πέντε ποιήματα στη «Νέα Εστία» και στο πειραϊκό περιοδικό «Ρυθμός», και θα σταματήσει να δημοσιεύει ποίηση. Αντιλαμβάνεται ότι τα ποιήματά του δεν προσθέτουν τίποτα στα ποιητικά πράγματα της εποχής του. Στο μεταξύ όμως διαβάζει πολύ, κυρίως ευρωπαϊκή ποίηση και όλα τα πρωτοποριακά κινήματα, και εμβαθύνει στον υπερρεαλισμό. Αρχίζει παράλληλα να στέλνει κριτικά σημειώματα σε περιοδικά της πρωτεύουσας.

Το 1943 εν μέσω κατοχής δημοσιεύεται η  «Αμοργός» (εκδόσεις Αετός). Λέγεται ότι το μεγάλης έκτασης ποίημα γράφτηκε σε μία μόλις νύχτα με το σύστημα της «αυτόματης γραφής», που χρησιμοποιούν οι σουρεαλιστές δημιουργοί. Δια στόματος του Μάνου Χατζιδάκι η Αμοργός αποτελεί «μνημειώδες έργο του νεοελληνικού ποιητικού λόγου επειδή περιέχει βαθύτατα την ελληνική παράδοση, δεν την εκμεταλλεύεται, ενώ συγχρόνως περιέχει όλη την ευρωπαϊκή θητεία του Μεσοπολέμου».

Έκτοτε δημοσίευσε τρία ακόμη ποιήματα: το «Ελεγείο» (1946, περ. Φιλολογικά Χρονικά) και το «Ο ιππότης κι ο θάνατος» (1947, περ. Μικρό Τετράδιο), που από το 1969 και μετά περιέχονται στο βιβλίο «Αμοργός», και το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963, περ. Ο Ταχυδρόμος), αφιερωμένο στον Γιώργο Σεφέρη.

Ο Γκάτσος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μετάφραση θεατρικών έργων, κυρίως για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου. Εκτός από την μετάφραση ασχολήθηκε με την αρθρογραφία με την κριτική και υπήρξε και ραδιοσκηνοθέτης.

Η μεγάλη προσφορά όμως του Γκάτσου ήταν στη μουσική:

Χάρισε στην Ελληνική μουσική αξέχαστα κομμάτια όπως το «Χάρτινο το φεγγαράκι» το «Πάει ο καιρός»,  το «Αερικό» τα τραγούδια για το «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη, το «Αν θυμηθείς στο όνειρο μου», το «Άσπρο περιστέρι», το «Απόψε φθινοπώριασε» και δεκάδες άλλα.

Ο Γκάτσος και ο Χατζιδάκις

Ο Γκάτσος συνεργάστηκε με πολλούς μεγάλους συνθέτες όπως ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, ο Μούτσης, ο Χατζηνάσιος αλλά η πιο καθοριστική και «ιερή» για την Ελληνική μουσική συνεργασία ήταν αυτή με τον Χατζιδάκι.

«Έγραψε μοναδικά τραγούδια. Όλα τα ακριβά στοιχεία της ποίησής του τα ’κανε στίχους που κινητοποίησαν τη ναρκοθετημένη νεοελληνική ευαισθησία, “έτσι καθώς κοιμόταν αναίσθητη” μες στην απέραντη αισθηματολογία των στιχουργών και των επιθεωρησιογράφων» είχε πει γι’ αυτόν ο Χατζιδάκις.

Οι δύο τους συναντήθηκαν στο Θέατρο Τέχνης με αφορμή το Λεωφορείον ο Πόθος του Τεννεσσή Ουίλλιαμς το 1948 και έκτοτε δημιούργησαν μαζί έναν θαυμαστό «γάμο», στίχου και μουσικής.

Ανήσυχα, ασίγαστα και επαναστατικά πνεύματα , οι δύο τους, σκηνοθέτησαν από κοινού ένα θαυμαστό «έργο» που προσδιόρισε το λαϊκό τραγούδι σε καινούργια ποιητικά πλαίσια  και έβαλε τη μοναδική του σφραγίδα, στον σύγχρονο ελληνικό Πολιτισμό.

Οι δίσκοι που κυκλοφόρησαν σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι είναι  «Μυθολογία» «Ματωμένος γάμος», «Επιστροφή»,  «Της Γης το Χρυσάφι»,  «Αθανασία», «Τα Παράλογα»,, «Χειμωνιάτικος Ήλιος», «Σκοτεινή Μητέρα», «Οι Μύθοι μιας Γυναίκας»,  «Αντικατοπτρισμοί». Επίσης σε πάνω από δέκα δισκογραφικές δουλειές και συλλογές βρίσκονται μεμονωμένα τραγούδια σε στίχους Γκάτσου και μουσική Χατζιδάκι.

Ο Γκάτσος και οι άλλοι ποιητές:

Παρά το γεγονός ότι ο Γκάτσος δεν εξέδωσε πολλές ποιητικές συλλογές, είχε στενότατες σχέσεις με άλλους ποιητές της εποχής του. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν η σχέση του με τον Οδυσσέα Ελύτη, με τον οποίο τον συνέδεε πολύχρονη και πολύ δυνατή φιλία.

Να πώς περιγράφει ο Ελύτης τη γνωριμία αυτή και την πρώτη του εντύπωση από τον Γκάτσο:

«Μια μέρα, ένα βράδυ μάλλον, εκεί που χάζευα έξω απ’ τα ζαχαροπλαστεία των Χαυτείων, μου έπεσε από τον ουρανό ένας απροσδόκητος ομοϊδεάτης. Ήταν ο ποιητής Νίκος Γκάτσος. Δε μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή ποιος μας σύστησε. Ούτε αν είχα ποτέ μου ακούσει το όνομά του. Ψηλός, λιγνός, μελαχρινός, με μάτια μεγάλα που έμελλαν, στις δεκαετίες που ακολούθησαν, να κάψουν πολλές καρδιές, όμως πάντα λίγο ερεθισμένα σαν από μια μόνιμη αϋπνία, έστεκε εκεί, καταμεσής στο πλήθος, ελαφρά σκυφτός από φυσικού του, κάτω από μια μακριά ριχτή μπεζ γκαπαρντίνα με ανασηκωμένο το γιακά, σφίγγοντας κάτω από τη μασχάλη του ένα μάτσο ξένα κινηματογραφικά περιοδικά, γαλλικά και αμερικάνικα τα περισσότερα. Κάπνιζε αδιάκοπα ενώ άκουγε αυτά που του έλεγα μ’ ένα ύφος αποσπασμένο, που δεν μπορούσα να καταλάβω εάν σήμαινε υπεροψία ή αδιαφορία και μόνο.

Ώσπου να φτάσουμε στη στάση Αγγελοπούλου – και είχαμε πάρει το δρόμο με τα πόδια ως εκεί μια που κι εκείνος, όπως μου είπε, καθόταν στην Κυψέλη – με είχε κοσκινίσει, κάνοντας αντεπίθεση, βάζοντας μεθοδικά ερωτήσεις, ανιχνεύοντας τις γνώμες και τις προτιμήσεις μου, αναφέροντας απίθανες λεπτομέρειες από ελάχιστα γνωστά κείμενα που, παρόλ’ αυτά, στάθηκε αδύνατον να μ’ αιφνιδιάσουν, απεναντίας με κούρντιζαν, μ’ έβαζαν να του ανταποδίδω κι εγώ με τη σειρά μου τα ίδια. Το παιχνίδι αυτό βάσταξε ώσπου αράξαμε σ’ ένα μικρό καφενείο και πιάσαμε στα χείλη μας τα «Μανιφέστα» του Breton. Δόξα να’ χει ο Θεός, ο άνθρωπος αυτός είχε μπει στο νόημα. Ήταν ο δεύτερος μετά τον Εμπειρίκο. Κι ίσαμε σήμερα που γράφω, και που έχουνε περάσει τρεις δεκαετίες σχεδόν, είναι ένας από τους πέντε ή έξι σ’ ολόκληρη την Ελλάδα (μαζί με το Νικήτα Ράντο, το Νίκο Εγγονόπουλο και το Νάνο Βαλαωρίτη) που αποδειχτήκανε κάτοχοι πραγματικοί του μυστικού. Θέλω να πω: της γοητείας, του θαύματος, και όχι των γνώσεων που σήμερα διδάσκονται στα Πανεπιστήμια και βρίσκονται σ’ όλες τις Εγκυκλοπαίδειες.

(…) Πολύ φυσικό να γίνουμε γρήγορα φίλοι. Ανταλλάξαμε βιβλία, ποιήματα, μυστικά.»

Οι δύο ποιητές γνωρίζονται με το Γιώργο Κατσίμπαλη και συμμετέχουν στον κύκλο του περιοδικού «Νέα Γράμματα», απ’ όπου βγήκαν όλοι οι σημαντικοί εκπρόσωπο της γενιάς του 30.

Το 1938 ο Γκάτσος και ο Ελύτης «ιδρύουν» το πρώτο φιλολογικό καφενείο της γενιάς τους, το «Ηραίον», στη διασταύρωση των οδών Αγίου Μελετίου και Πατησίων. Εκεί συχνάζουν ο κριτικός Ανδρέας Καραντώνης και όλη η πρωτοπορία της σύγχρονης ποίησης, ο Γιώργος Σαραντάρης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Αναστάσιος Δρίβας και ο Δημήτρης Αντωνίου. Περνάνε ατελείωτες ώρες μιλώντας για τα καινούρια ρεύματα στην ποίηση που έρχονταν απ’ την Ευρώπη, και διαβάζουνε ποιήματά τους.

Το 1940 ξεσπάει ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Μέσα στις δραματικές συνθήκες της Κατοχής, οι απώλειες για την ελληνική ποίηση είναι σημαντικές.

Ο Σαραντάρης πεθαίνει από τις κακουχίες με το γυρισμό του από το μέτωπο, και ο Αναστάσιος Δρίβας από την πείνα το 1942. Ο Εγγονόπουλος αιχμαλωτίζεται, γλυτώνει το θάνατο ως εκ θαύματος, και γυρίζει με τα πόδια στην Αθήνα. Ο Ελύτης κινδυνεύει να πεθάνει από κοιλιακό τύφο στο μέτωπο και γυρίζει άρρωστος στην Αθήνα.

Ο Γκάτσος στρατεύεται ως «βοηθητικός», γιατί είναι προστάτης οικογενείας.

Μέσα όμως στις μαύρες συνθήκες της Κατοχής, η γενιά τους βρίσκει παρηγοριά στην πνευματική ζωή και στη λογοτεχνία η οποία, αντί να συρρικνωθεί, γνωρίζει σημαντική άνθιση:

Το «στρατηγείο τους», όπως το χαρακτήριζε ο Ελύτης, στήνεται τώρα καταμεσής στην οδό Σταδίου, στο πατάρι του «Λουμίδη», που θα παραμείνει σημείο αναφοράς για ποιητές, συνθέτες και όλους τους καλλιτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους της εποχής ως το 1948.

Το 1943, χρονιά σημαδιακή για τη νεοελληνική ποίηση, κυκλοφορεί στην αρχή σε χειρόγραφα που περνάνε από χέρι σε χέρι στις αντιστασιακές συγκεντρώσεις, ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της γενιάς του, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου.

Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί Ο ήλιος ο πρώτος του Οδυσσέα Ελύτη, πλημμυρισμένος θάλασσα και φως, σαν αντίδραση στη ζοφερή ατμόσφαιρα της Κατοχής.

Και είναι τότε  τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου που  κυκλοφορεί Η Αμοργός, η πρώτη και μοναδική συλλογή του Νίκου Γκάτσου.

Η Αμοργός δεν αναφέρεται σε ένα πραγματικό νησί. Είναι ένας φανταστικός, παραδεισιακός τόπος, με στοιχεία από το χωριό και τα παιδικά χρόνια του ποιητή.

Το μεγάλο, σπονδυλωτό αυτό ποίημα αποτελείται από έξι μέρη, με διαφορετικό ύφος και χαρακτήρα το καθένα, που όλα μαζί συγκροτούν μια μουσική συμφωνία, μια φούγκα. Το ποίημα συμβολίζει την αναγέννηση που θα έρθει ύστερα από το θάνατο και τη δυστυχία που επικρατεί παντού. Τα τοπία του θανάτου εναλλάσσονται με εικόνες χαράς και έρωτα.

Όπως και τα ποιήματα του Εγγονόπουλου, η Αμοργός είναι ένα γνήσιο υπερρεαλιστικό ποίημα, πολύ μπροστά από την εποχή του, με έντονες όμως τις λαϊκές του ρίζες, όπως ο Μπολιβάρ. Γοητευτικό σαν παραμύθι και βαθιά αινιγματικό, το εκτεταμένο αυτό ποίημα σαγηνεύει με τη μουσικότητά του και την πρωτοτυπία των εικόνων του. Η Αμοργός θα αποτελέσει ένα σταθμό για τη νεοελληνική ποίηση, και θα την επηρεάσει βαθιά.

Ο Νίκος Γκάτσος, ο μόνος από τη γενιά του ’30 που δεν ήταν αστός, γεννήθηκε το 1911 σε ένα μικρό χωριό της Αρκαδίας, την Ασέα, από γονείς αγρότες. Η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή. Ο πατέρας του μάλιστα ήταν ο πρώτος από την περιοχή που πήγε μετανάστης στην Αμερική για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του. Το 1916, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη, έπαθε πνευμονία και πέθανε πάνω στο καράβι. Ο ποιητής θα μεγαλώσει με τη μητέρα του και τη μικρότερη αδελφή του Κωνσταντίνα, με τις οποίες θα παραμείνει στενά δεμένος σ’ όλη του τη ζωή.

Όταν τελειώνει το δημοτικό αφήνει το χωριό του, όπως πολλά παιδιά την εποχή εκείνη, και πηγαίνει στην Τρίπολη για να φοιτήσει στο Γυμνάσιο. Εκεί έρχεται σε επαφή με έναν καινούριο κόσμο: αρχίζει να συχνάζει στα βιβλιοπωλεία της πόλης και να διαβάζει ατελείωτες ώρες, και ανακαλύπτει το θέατρο και τον κινηματογράφο που τον γοητεύουν. Κι κάπως έτσι ξεκίνησε η πορεία που περιγράψαμε….

Ο Νίκος Γκάτσος έφυγε από την ζωή, στις 12 Μαίου του 1992

«Άσπρο περιστέρι» Στίχοι Νίκος Γκάτσος-Μουσική Μάνος Χατζιδάκις-Ερμηνεύει η Δήμητρα Γαλάνη. Από τον δίσκο «Επιστροφή» (1970):

Στην ίδια Κατηγορία


Το Axiaplus, θεωρεί δικαίωμα του αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω του προφίλ που διατηρεί στο Facebook. Εντούτοις, τονίζουμε ρητά πως δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο.

σχόλια