Μία ημέρα με τη Μέθοδο Αμπράμοβιτς

Της Γεωργίας Δρακάκη

516

Πώς είναι να βλέπεις τα πάντα, αλλά να έχεις τα μάτια σου κλειστά;

Πώς είναι να χάνεσαι μέσα στο βλέμμα κάποιου ανθρώπου και να αισθάνεσαι ότι κοιτάζεις στον καθρέφτη σου;

Πώς είναι να βαδίζεις αργά και σταθερά προς έναν τοίχο λευκό που έχει πολλά κοινά με τη Νίκη, την Ήττα και ακόμα περισσότερα με τον Θάνατο;

Απαντήσεις σε αυτά και σε άλλα παράξενα ερωτήματα πήρα όταν αποφάσισα να επισκεφθώ ένα μεσημέρι του Απρίλη το Μουσείο Μπενάκη. As one, ή αλλιώς Μέθοδος Αμπράμοβιτς.

«Μία ευρεία και σημαντική συνεργασία του Οργανισμού Πολιτισμού και Ανάπτυξης ΝΕΟΝ και του Marina Abramović Institute (MAI) με  πρόγραμμα, διάρκειας έξι εβδομάδων, αποτελεί ένα συμμετοχικό κοινωνικό project, βασισμένο στη «Μέθοδο Abramović», σε συνδυασμό με παράλληλο πρόγραμμα performance και άυλης τέχνης, με τον τίτλο NEON-MAI Lab.

Η «Μέθοδος Abramović» είναι μια σειρά ασκήσεων σχεδιασμένες από τη Marina Abramović τα τελευταία 40 χρόνια, με σκοπό τη διερεύνηση των ορίων του σώματος και του μυαλού.
Στο συγκεκριμένο project, το κοινό έχει βιωματική επαφή με την τέχνη της performance. Παράλληλα, το Lab  παρουσιάζει μακράς διάρκειας performance, συνομιλίες, εργαστήρια και διαλέξεις, με ανερχόμενους Έλληνες καλλιτέχνες που επιλέχθηκαν από τη Marina Abramović και την επιμελητική ομάδα.»

Αυτά είχα διαβάσει στο πρόγραμμα του Μουσείου, αλλά επέλεξα να βιώσω απλώς τις ασκήσεις της μεθόδου, τις ασκήσεις αυτής της παράξενης γυναίκας. Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς είναι Σέρβα εικαστική καλλιτέχνης, η οποία, τα τελευταία χρόνια ζει στη Νέα Υόρκη και δραστηριοποιείται στην Performance Art, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Είναι γνωστή για τις παραστάσεις της οι οποίες ερευνούν την σχέση μεταξύ καλλιτέχνη και κοινού, σε μια προσπάθεια να «ελευθερωθούν» και οι δύο, μα κυρίως για την έκθεσή της χωρίς όρια σε κινδύνους χάριν της τέχνης που εκπροσωπεί. Όπως την ορίζει η ίδια, η performance art είναι η μεταφορά της αλήθειας επί σκηνής και όχι μια παράσταση θεατρικού τύπου. Έχοντας αναδείξει ως τέχνη την απελευθέρωση από τα όριά τους, του σώματος και της ψυχής, εκπαιδεύει σήμερα ομάδες που θα συνεχίσουν την τέχνη αυτή.

Ανάσα και πάμε, αφού αφήσουμε στα ειδικά ντουλάπια τις αποσκευές του «πολιτισμού»: κινητά, τσάντες, νερό και φαγητό.

Μερικά δωμάτια πριν το τελικό, μεγάλο. Διαδοχικές ασκήσεις με συντροφιά το σώμα και την ψυχή. Αναπνοές, τεντώματα, όξυνση των αισθήσεων με τρίψιμο των χεριών μας πάνω στα μάτια, τα χείλη, τα αυτιά. Τα στενά όρια του κορμιού ξεκινούν ήδη να θολώνουν, η μάζα μας αρχίζει, λίγο λίγο, να ρευστοποιείται. Είμαστε έτοιμοι για το μεγάλο δωμάτιο και τις  μικρές δοκιμασίες.

«Είμαστε ό, τι δεν είμαστε», θεωρεί η Μαρίνα. Που σημαίνει τι; Μήπως πως, ό, τι απορρίπτουμε, ό, τι  θεωρούμε αδύνατο για εμάς, ό, τι μας φοβίζει, στην πραγματικότητα είναι αναπόσπαστα κομμάτια του εαυτού μας;

Και μήπως, όταν, έστω για λίγο, ξεφύγουμε από την μικρή χώρα του εαυτού μας, κατορθώσουμε να προσεγγίσουμε κι άλλες χώρες και φανταστικά, άγνωστα λιμάνια;

Εάν ανασάνουμε ΣΑΝ ΕΝΑ, ναι. Εάν κοιταχτούμε λες και τα μάτια που βλέπουμε είναι τα δικά μας, ναι. Εάν το θελήσουμε πολύ, ναι.

Θα φορέσουμε γι’ αρχή ηχομονωτικά ακουστικά. Θα μετρήσουμε και θα διαχωρίσουμε εκατοντάδες κόκκους φακής και ρυζιού, ισορροπώντας στα συναισθήματα που μας κυριεύουν: τον θυμό, την ανυπομονησία, την απώλεια της πίστης στην προσπάθειά μας, το σταδιακό ξεθώριασμα της υπομονής, αλλά και την ακατανίκητη ένταση της επιμονής και, τέλος, τον ενθουσιασμό που συνοδεύει τον θρίαμβο κι επιβραβεύει τον κόπο.

Θα εμπιστευθούμε το κορμί μας σε πάνινες ξαπλώστρες και θα επιτρέψουμε στους αγνώστους σ’ εμάς «οδηγούς-performers-εκπαιδευτές» να μας σκεπάσουν στοργικά.

Θα σταθούμε σε απόσταση χιλιοστών μπροστά από πίνακες μονόχρωμους, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το απόλυτο μπλε, το αιμοβόρο κόκκινο, το τραχύ κίτρινο.

Θα καθίσουμε σε μια καρέκλα κι απέναντί μας θα καθίσει ένας ξένος. Θα χάσουμε τους εαυτούς μας μέσα στο πυρήνα του καρφωμένου στο δικό μας βλέμματός του. Θα τον/την κάνουμε, άθελά μας, να αισθανθεί άβολα από το κοίταγμα αυτό.

Θα μας κλείσουν με μαντήλι τα μάτια οι οδηγοί μας και, με τ’ ακουστικά πάντα στ’ αυτιά, θα μετεωριστούμε μεταξύ τυφλότητας και δυνατότητας να λύσουμε το μαντήλι και να δούμε τους άλλους και το φως.

Εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποιούμε ότι μπορούμε να δούμε, ότι δεν είμαστε στ’ αλήθεια τυφλοί. Ότι έξω απ’ το μουσείο μας περιμένει η θάλασσα, το βαμβάκι, τα λουλούδια στο μπαλκόνι μας.

Έπειτα, θ’ ανυψωθούμε σε σκηνή επώδυνη και, με τα μάτια όλου του κόσμου σφηνωμένα στις κινήσεις μας, τις ταλαντευόμενες το χάδι κάποιου εκπαιδευτή-οδηγού στις πλάτες μας , μας τοποθετεί σε νέα διάσταση χωροχρόνου. Με κλειστά μάτια, αλλά χωρίς μαντήλι, τώρα, να μας αφήνει στο σκοτάδι.

Μπορούμε να καθίσουμε μέσα εκεί, σε αυτό το δωμάτιο το τρομερό, όσα λεπτά ή όσες ώρες θέλουμε. Μπορούμε να σταθούμε σε όποια δραστηριότητα προτιμούμε ή να τις αξιοποιήσουμε όλες. Έστω, μερικές από αυτές.

Έξω από το Μουσείο, ο ήλιος φέγγει αισιόδοξος.

ΥΓ: Το As One έλαβε αισίως τέλος λίγο πριν το Πάσχα. Όμως, τώρα που ξέρουμε, μένουμε συντονισμένοι. Μερικοί από εμάς, έχουμε ήδη πάρει τη Μέθοδο σπίτι μας και δουλεύουμε με τους εαυτούς  μας.

Στην ίδια Κατηγορία


Το Axiaplus, θεωρεί δικαίωμα του αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω του προφίλ που διατηρεί στο Facebook. Εντούτοις, τονίζουμε ρητά πως δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο.

σχόλια