Κλείνει η αξιολόγηση, ανοίγει το χρέος…

Στο προσκήνιο το ακανθώδες ζήτημα του χρέους - Ασφυκτικά τα χρονικά περιθώρια

503

 

Του Σπύρου Σταθάκη –

Ας ξεκινήσουμε με μια διαπίστωση, ότι η οικονομική ανάρρωση, από την αντιπαράθεση με τους δανειστές το πρώτο εξάμηνο του 2015, που παραλίγο να οδηγήσει τη χώρα εκτός Ευρωζώνης, και από τις αβεβαιότητες που προκάλεσαν οι καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του τρίτου μνημονίου δεν είναι εύκολη υπόθεση, τελικά. Δυστυχώς, η ελληνική οικονομία έχει πολύ δρόμο να διανύσει ακόμη, μέχρι να τεθεί σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.

Οι λόγοι πολλοί. Μεταξύ αυτών η μη θεσμοθέτηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και η απροθυμία μερίδας του πολιτικού συστήματος να διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος, η αντιμνημονιακή ρητορική, οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των πολιτικών παρατάξεων και η αδυναμία τους να καταλήξουν σε συνεννόηση, καθώς και τα διάφορα κεκτημένα συμφέροντα που προέβαλαν αντίσταση στις μεταρρυθμίσεις. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η παρτίδα έχει χαθεί. Το αντίθετο.

Καταρχάς, η έγκαιρη ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης είναι δυνατόν να βελτιώσει σημαντικά το οικονομικό κλίμα, που με τη σειρά του μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της ζήτησης και ως εκ τούτου σε σχετικά υψηλότερη παραγωγή και σε ενίσχυση των εισοδημάτων. Γενικότερα, η αποτελεσματική εφαρμογή του μνημονίου και των μεταρρυθμίσεων που αυτό εμπεριέχει, καθώς και η ενίσχυση της αξιοπιστίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής, δύναται να έχουν διττή θετική επίδραση στην οικονομία, όπως εκτιμούν οικονομικοί αναλυτές.

Βραχυπρόθεσμα, μέσω της ενίσχυσης των επιχειρηματικών προσδοκιών μπορούν να οδηγήσουν σε βελτίωση του οικονομικού κλίματος, αύξηση της ζήτησης και της παραγωγής. Μακροπρόθεσμα, μέσω της υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων που συνοδεύουν το μνημόνιο μπορούν να έχουν θετική συνεισφορά στην παραγωγικότητα και ως εκ τούτου στον ρυθμό μεγέθυνσης του δυνητικού προϊόντος της οικονομίας. Η πορεία του τελευταίου θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους.

Οι απαιτούμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την πολυπόθητη επιστροφή της οικονομίας σε αναπτυξιακούς ρυθμούς

Η κρίσιμη δεύτερη αξιολόγηση

Ως εκ τούτου, η δεύτερη αξιολόγηση που βρίσκεται σε εξέλιξη θα πρέπει να ολοκληρωθεί χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, ώστε να ενισχυθούν οι προοπτικές ανάκαμψης και να καταστεί δυνατή η επιστροφή σε ικανοποιητικούς θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2017. Και όπως δείχνουν τα πράγματα, παρά τον σημαντικό βαθμό δυσκολίας των προαπαιτουμένων, όλες οι πλευρές φαίνεται ότι επιθυμούν οι διαπραγματεύσεις να μην τραβήξουν σε μάκρος χρόνου.

Αυτό προκύπτει και από το πρόσφατο Eurogroup, που ολοκληρώθηκε σε καλό κλίμα για την Ελλάδα και επαναβεβαιώθηκε το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα αναφορικά με την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και την εξεύρεση λύσης στο θέμα του χρέους τον Δεκέμβριο. Ουσιαστικά έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος, προκειμένου να ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση το συντομότερο δυνατόν. Ορόσημο είναι το επόμενο Eurogroup στις 5 Δεκεμβρίου, όποτε και ο ESM θα έχει περισσότερα στοιχεία για τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ρύθμισης του ελληνικού χρέους και θα έχουν αξιολογηθεί οι μεταρρυθμίσεις του δεύτερου προγράμματος.

Φυσικά, υπάρχουν πολλά μέτρα που μπορούν να ληφθούν για το ελληνικό χρέος, εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο, είναι όμως πολύ νωρίς να καθοριστούν από τώρα τα μέτρα που θα ληφθούν το 2018. Εξίσου αδύνατο είναι για το ΔΝΤ να γνωρίζει εάν τα μέτρα για το χρέος είναι αρκετά. Όλα αυτά θα πρέπει να γίνουν ως τις αρχές Δεκεμβρίου, προκειμένου να συνεδριάσει πριν από το τέλος του έτους το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΝΤ, κάτι το οποίο επιβεβαίωσε ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του Ταμείου, Πολ Τόμσεν, που εκπροσωπούσε το ΔΝΤ στο Eurogroup.

Δύσκολο ζήτημα

Βεβαίως, από την άλλη, το να κλείσει σε τόσο σύντομο διάστημα η δεύτερη αξιολόγηση δεν είναι εύκολο ζήτημα, λόγω της πλειάδας των προαπαιτουμένων που περιλαμβάνει τα οποία είναι και δύσκολα στον χειρισμό τους. Τα χρονικά περιθώρια είναι πάρα πολύ στενά και το ζητούμενο είναι πώς θα καταλήξουν οι διαπραγματεύσεις, ειδικά σε θέματα «φωτιά», όπως το δημοσιονομικό μέτωπο (μεσοπρόθεσμο, ειδικά μισθολόγια, αμυντικές δαπάνες, απόδοση φόρων κ.λ.π.), η χρηματοδότηση του κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης στο οποίο οι δανειστές βλέπουν δημοσιονομικό κενό περίπου 300 εκατ. ευρώ για το 2017, αλλά και το εργασιακό. Μεγάλα αγκάθια στη διαπραγμάτευση είναι και το θέμα των κόκκινων δανείων, του ακατάσχετου λογαριασμού, της οικειοθελούς αποκάλυψης αδήλωτων εισοδημάτων και των τραπεζών αλλά και οι παρεμβάσεις στις αποκρατικοποιήσεις, στις αγορές, στην υγεία, στη διαφάνεια και σε άλλα πεδία πολιτικής.

Επί τάπητος η διευθέτηση του χρέους

Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει και το ζήτημα της διευθέτησης του δημοσίου χρέους, στο οποίο αναφερθήκαμε εκτενώς την προηγούμενη εβδομάδα. Εδώ, αρκετές οικονομικές αναλύσεις δεν είναι και τόσο αισιόδοξες για τις πιθανές εξελίξεις. Σύμφωνα και με την ανακοίνωση του Eurogroup, τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους όπως και η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα αναμένεται να αποφασιστούν τον Δεκέμβριο, αλλά η Ελλάδα δεν πρέπει να περιμένει λεπτομέρειες για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα πριν από το δεύτερο εξάμηνο του 2018, όταν το τρέχον πρόγραμμα διάσωσης θα πρέπει κανονικά να έχει λήξει.

Βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης

Στα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που συζητήθηκαν τον περασμένο Μάιο περιλαμβάνεται η επέκταση της λήξης ορισμένων δόσεων των δανείων του EFSF (που εκταμιεύθηκαν το 2012-2014), η μείωση του κινδύνου επιτοκίων στα δάνεια του ESM/EFSF και ένα πιθανό margin στα επιτόκια του δανείου του EFSF ύψους 11,3 δισ. ευρώ που θα ξεκινήσει το 2017. Ακόμη κι αν συμφωνηθούν μέχρι τον Δεκέμβριο, τα μέτρα αυτά θα κάνουν πολύ λίγα για τη μείωση των ακαθάριστων αναγκών χρηματοδότησης της Ελλάδας κατά τις επόμενες δεκαετίες (κάτω από το 15% του ΑΕΠ), που είναι τα κριτήρια που θα εφαρμόσει το ΔΝΤ κατά την ανάλυση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, και που είναι αναγκαία για τη συμμετοχή του στο τρίτο πρόγραμμα της Ελλάδας. Οποιοδήποτε άλλο μέτρο ελάφρυνσης του χρέους είναι απίθανο να συμφωνηθεί πριν από το β’ εξάμηνο 2018. Έτσι, η οικονομική συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα παραμένει αβέβαιη και μια απόφαση του Ταμείου, η οποία εκκρεμεί από τις 15 Αυγούστου, μπορεί να αναβληθεί και πάλι για του χρόνου.

Όρος για τη συμμετοχή του ΔΝΤ

Το θέμα όλο έχει τεράστια σημασία. Μην ξεχνάμε ότι μια απόφαση για το χρέος θεωρείται σημαντική, καθώς αποτελεί όρο για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Άλλωστε, οι αμφιβολίες σχετικά με τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους έχουν κρατήσει τη χώρα μακριά από την αγορά ομολόγων για περισσότερα από δύο χρόνια, ενώ οι πιο χαλαροί όροι αποπληρωμής των ελληνικών δανείων είναι μία από τις προϋποθέσεις προκειμένου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να συμπεριλάβει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Στο πλαίσιο αυτό, έχει σημασία η στάση που τηρεί το Ταμείο. Καταρχάς, το ΔΝΤ επιμένει στην αναπροσαρμογή των στόχων για το μεσοπρόθεσμο πρωτογενές πλεόνασμα της Ελλάδος στο 1,5% του ΑΕΠ προκειμένου να μη χρειαστούν πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα.

Η υπερφορολόγηση που δρα στρεβλωτικά και η έλλειψη ρευστότητας στην αγορά είναι οι προκλήσεις για την οικονομία

Εφαρμογή ανάλογα με την πρόοδο

Σύμφωνα με το Ταμείο, τα μέτρα που περιλαμβάνει το υφιστάμενο πρόγραμμα είναι συμβατά με τον στόχο του 1,5% του ΑΕΠ. Από εκεί και πέρα, το ΔΝΤ καλωσορίζει την πρόθεση των Ευρωπαίων να θέσουν προς συζήτηση τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το ελληνικό χρέος στο επόμενο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου. Για να αξιολογήσει, μάλιστα, τα μέτρα αυτά και την επίπτωσή τους στο δημόσιο χρέος της χώρας, δεν είναι αναγκαίο να εφαρμοστούν εξ αρχής (upfront). Αντίθετα, τα μέτρα αυτά θα μπορούν να εφαρμόζονται ανάλογα με την πρόοδο που θα επιδεικνύει η Ελλάδα στο πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων. Σε κάθε περίπτωση, η έκθεση βιωσιμότητας του ΔΝΤ για το χρέος της Ελλάδος θα δημοσιοποιηθεί τον επόμενο μήνα.

Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας

Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση και η ΤτΕ αναμένουν σχεδόν αλματώδη ανάπτυξη το 2017, κατά 2,7% του ΑΕΠ. Την ίδια αισιόδοξη πρόβλεψη περιέχει το Σχέδιο Προϋπολογισμού 2017. Το ΔΝΤ, μάλιστα, υπερθεματίζει. Από κοντά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία προβλέπει ότι θα επιτευχθεί ο στόχος για ανάπτυξη 2,7% το 2017. Για το 2018 ανεβάζει στο 3,1% τον ρυθμό ανάπτυξης, ενώ για φέτος βλέπει ήπια ύφεση 0,3%.

Ειδικότερα, η ενίσχυση του ΑΕΠ το 2017 θα είναι αποτέλεσμα του βελτιωμένου οικονομικού κλίματος μετά την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος, τη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών και τη βελτίωση της ρευστότητας στον επιχειρηματικό τομέα λόγω της αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Οι επενδύσεις και η βελτίωση της αγοράς εργασίας θα στηρίξουν την αναμενόμενη ανάπτυξη.

Η Επιτροπή προβλέπει ότι η οικονομική ανάπτυξη θα επανέλθει «ισχυρή» και θα διαμορφωθεί στο 2,7%, χάρη στη σταδιακή ομαλοποίηση του δημοσιονομικού τομέα και τη σταδιακή χαλάρωση των ελέγχων κεφαλαίων με την πάροδο του χρόνου. Την ίδια χρονιά η εγχώρια ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί χάρη στις επενδύσεις που θα ενισχύσουν τις εξαγωγές. Επιπλέον, το 2017 προβλέπεται «απογείωση» των επενδύσεων, οι οποίες αναμένεται να στηριχθούν από τη βελτίωση των πιστωτικών όρων και την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Για το 2018 η Κομισιόν προβλέπει ότι το πραγματικό ΑΕΠ θα συνεχίσει να ενισχύεται με ταχύ ρυθμό και ο ρυθμός ανάπτυξης θα διαμορφωθεί στο 3,1%.

Αλληλοσυγκρουόμενες τάσεις

Αν μη τι άλλο, αυτές οι προβλέψεις είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικές για τις προοπτικές της οικονομίας. Ωστόσο, οι εξελίξεις πρόσφατα είναι αντιφατικές. Τα στοιχεία δείχνουν εν μέρει αλληλοσυγκρουόμενες τάσεις. Κατ’ αρχάς, η ύφεση συνεχίζεται.

Η ιδιωτική κατανάλωση υποχωρεί, όπως δείχνουν τα στοιχεία του λιανικού εμπορίου, λόγω των φορολογικών επιβαρύνσεων και της γενικότερης αβεβαιότητας για τα επόμενα βήματα, την οποία τροφοδοτούν οι διαρκείς διαπραγματεύσεις με τους «θεσμούς». Οι εξαγωγές (συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών) υποχώρησαν το α’ εξάμηνο του 2016 κατά 8,1%, και χωρίς τα πετρελαιοειδή κατά 1,4%. Οι αιτίες: οι κεφαλαιακοί έλεγχοι, οι καθυστερήσεις στις επιστροφές φόρων από το κράτος, η υψηλή φορολογία.

Η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, που στηρίζονται στα ευρωπαϊκά προγράμματα (ΕΣΠΑ), δεν αρκεί για να αντισταθμίσει την ιδιωτική επενδυτική άπνοια

Ακόμη χειρότερα, οι επενδύσεις μειώθηκαν κατά 6,8% (α’ τρίμηνο 2016) και αυξήθηκαν μόλις κατά 1% το β’ τρίμηνο 2016. Για τις ιδιωτικές επενδύσεις ισχύει ότι η αβεβαιότητα κάνει τους επιχειρηματίες διστακτικούς. Επιπλέον, οι ιδιωτικοποιήσεις καθυστέρησαν, ενώ θα πρόσφεραν επενδυτική ανάσα, και οι τράπεζες δεν έχουν ακόμα λύσει το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που περιορίζει την ευχέρειά τους να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία. Από την άλλη πλευρά, η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, που στηρίζονται στα ευρωπαϊκά προγράμματα (ΕΣΠΑ), δεν αρκεί για να αντισταθμίσει την ιδιωτική επενδυτική άπνοια. Ταυτοχρόνως, σημειώνεται περαιτέρω ανησυχητική διόγκωση των χρεών των ιδιωτών προς όλους – προς τις τράπεζες (προβλέψεις για μεγαλύτερη αύξηση των «κόκκινων» δανείων), προς την εφορία (περίπου €1,1 δισ. ανά μήνα κατά μέσο όρο το πρώτο οκτάμηνο), τα ασφαλιστικά ταμεία (ανήλθαν σε περίπου € 25 δισ.), ακόμα και προς τη ΔΕΗ. Οι διαστάσεις είναι τέτοιες που το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα6 (ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τράπεζες, Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία) σύντομα πλησιάζει το μέγεθος του δημοσίου χρέους.

Εμπόδια στην επίτευξη θετικών ρυθμών

Την ίδια ώρα η υπερφορολόγηση θα εξακολουθεί να λειτουργεί ιδιαιτέρως στρεβλωτικά στο οικονομικό περιβάλλον, αποτελώντας εμπόδιο στην επίτευξη θετικών ρυθμών ανάπτυξης και τελικά θα οδηγήσει σε μείωση των εσόδων από άμεσους και έμμεσους φόρους, τόσο σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη όσο και με τους στόχους που έχουν τεθεί στο πλαίσιο των συγκεκριμένων παρεμβάσεων. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι το Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού 2017 χαρακτηρίζεται από φοροκεντρική λιτότητα για την επίτευξη του στόχου ως προς πρωτογενές πλεόνασμα 1,75% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το τρέχον Πρόγραμμα. Συγκεκριμένα, προβλέπεται για το 2017 οριακή μείωση δαπανών κατά € 78,8 εκατ. και εκτεταμένη αύξηση εσόδων κατά € 2,513 δισ. Μολονότι τυχόν μειώσεις δαπανών αντί αυξήσεων φόρων θα είχαν πιθανόν μικρότερη άμεση υφεσιακή επίπτωση, το σημαντικότερο είναι ότι οι αυξήσεις φόρων αποθαρρύνουν την εργασία και την επιχειρηματικότητα (από την πλευρά της προσφοράς) και επομένως θολώνουν τις προοπτικές ανάκαμψης.

 

Στην ίδια Κατηγορία


Το Axiaplus, θεωρεί δικαίωμα του αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω του προφίλ που διατηρεί στο Facebook. Εντούτοις, τονίζουμε ρητά πως δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο.

σχόλια