Και πάλι επικεφαλής του Δημοκρατικού Κόμματος… ο Ρέντσι! [pics]

218

Ο Ματέο Ρέντσι απέδειξε ότι είναι πολύ σκληρός για να… πεθάνει. Έπειτα από την ήττα του στο δημοψήφισμα για τη Συνταγματική Αναθεώρηση και την παραίτησή του από τη θέση του Πρωθυπουργού αλλά και από την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος, έκανε το απόλυτο come back στην πολιτική σκηνή της Ιταλίας.

Κατάφερε να συγκεντρώσει το 73% των ψήφων στις εσωκομματικές εκλογές και να βρεθεί πάλι στο τιμόνι του κόμματος, δείχνοντας ότι είναι ο απόλυτος κυρίαρχος και αφήνοντας τους άλλους δύο υποψηφίους πολύ πίσω: ο υπουργός δικαιοσύνης Αντρέα Ορλάντο έλαβε το 18% των ψήφων και ο περιφερειάρχης της Απουλίας Μικέλε Εμιλιάνο το 7%.
«Σήμερα ήταν γιορτή της Δημοκρατίας. Η σχέση μας αυτή με τον λαό αποτελεί και την μοναδικότητά μας», ανέφερε ο Ματέο Ρέντσι μετά τη νίκη του και πρόσθεσε:
Η εναλλακτική στον λαϊκισμό και στη γραφειοκρατία είναι η Δημοκρατία.
Παράλληλα επανέλαβε ότι το κόμμα του θα συνεχίσει να ζητά μια Ευρώπη πιο αλληλέγγυα και να προτείνει ουσιαστικές εναλλακτικές.

Θέλουμε μια Ευρώπη η οποία να μπορεί να αντιπροσωπεύει πραγματικά τους πολίτες της», τόνισε και ευχαρίστησε τους συνεργάτες του και όσους των υποστήριξαν σε αυτή τη δύσκολη μάχη. Δήλωσε επίσης περήφανος για τις μεταρρυθμίσεις που προώθησε με την κυβέρνησή του, μέχρι τον περασμένο Δεκέμβριο.
Αναμένεται να διαπιστωθεί τώρα αν ο Ρέντσι θα συνεχίσει να στηρίζει την κυβέρνηση του Πάολο Τζεντιλόνι ή αν θα αυξήσει την πίεση με στόχο να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές, και αν θα μπορέσει να καταφέρει να πετύχει έναν κάποιο συμβιβασμό στο κοινοβούλιο με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις ώστε να εγκριθεί ένας νέος εκλογικός νόμος.
Το προφίλ του Ρέντσι: ο «μπουλντόζας» που ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής αλλά έγινε πρωθυπουργός
Από την πρώτη του γνωριμία με τα Μέσα, ο Ρέντσι έδειξε πόσο καλά ξέρει να χειρίζεται τη δημόσια εικόνα του και όχι τυχαία, καθώς εργαζόταν για αρκετό καιρό στη διαφημιστική εταιρεία της οικογένειάς του. Γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 1975 όπου και σπούδασε οικονομικά. Είναι παντρεμένος με την Ανιέζε Λαντίνι και έχουν αποκτήσει τρία παιδιά. Από την παιδική του ηλικία ήθελε να είναι πάντα νικητής, όπως μαρτυρούν και οι συμμαθητές του. Ακόμα και στους σχολικούς αγώνες ποδοσφαίρου ήθελε πάντα να κερδίζει. Αν δεν τα κατάφερνε, νευρίαζε, έπαιρνε την μπάλα και έφευγε από το γήπεδο.

Ήταν πρόσκοπος και ένας από τους καλύτερους μαθητές, χωρίς να διαβάζει πάρα πολύ. Ονειρευόταν να γίνει ή δημοσιογράφος ή ποδοσφαιριστής, είναι άλλωστε, μέχρι και σήμερα, φανατικός οπαδός της Φιορεντίνα, της ομάδας της Φλωρεντίας.

Αργότερα, όταν πήγε στο γυμνάσιο, άρχισε να ξεδιπλώνει το ταλέντο του στην επικοινωνία. Ήταν εκείνος που μιλούσε περισσότερο στην τάξη, ξεκινούσε πάντα συζητήσεις, στις οποίες, φυσικά, πρωταγωνιστούσε. Οι υπόλοιποι απλά τον άκουγαν. Ίσως έτσι αποφάσισε να ακολουθήσει τη νομική.

Το μικρόβιο όμως της πολιτικής είναι οικογενειακό. Ο πατέρας του ασχολείτο ενεργά με την πολιτική και ήταν οπαδός του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος. Το θέμα του διδακτορικού του ενδεχομένως έπαιξε καταλυτικό ρόλο για την μετέπειτα πορεία του: η ιστορία του δικαίου σε θέματα διοίκησης και πολιτικής κουλτούρας, με εκτενείς αναφορές στον Τζόρτζιο Λα Πίρα, δήμαρχο της Φλωρεντίας από το 1951 έως το 1956.

Το 1996 έγινε μέλος του χριστιανοδημοκρατικού Λαϊκού Κόμματος, μη γνωρίζοντας τότε ότι 12 χρόνια μετά θα εκλεγεί Δήμαρχος της Φλωρεντίας με το – εντυπωσιακό – ποσοστό 48% έναντι του Δεξιού υποψηφίου, Τζιοβάνι Γκάλι.

Έναν χρόνο μετά έγινε το «αστέρι» των Ιταλών. Η δημοτικότητά του ανέβαινε διαρκώς, οι συνεντεύξεις του στα Μέσα γίνονταν όλο και περισσότερες. Το στυλ του νέου πολιτικού και το διαφορετικό που πρέσβευε τον έκαναν να μοιάζει στα μάτια των Ιταλών, ως τον άνθρωπο που μπορεί να καταφέρει τα πάντα και να φέρει την πολυπόθητη αλλαγή.
Ο ίδιος έχει δηλώσει αρκετές φορές ότι είναι φιλόδοξος, ή πιο σωστά «υπέρμετρα φιλόδοξος». Έτσι, φαίνεται λογική η επιδίωξή του για κάτι παραπάνω. Έχει τον αέρα του «πολιτικού σταρ», γνωρίζει ότι διαφέρει και εκεί ποντάρει. Είναι νέος, ο λόγος του είναι απλός και ο ίδιος είναι πολύ προσιτός και αποπνέει μία ήρεμη ενέργεια. Ακόμα και η εμφάνισή του δεν θυμίζει το παλιό και «γερασμένο» – ακόμα και ξεπερασμένο – πολιτικό προσωπικό της Ιταλίας.

Ο φιλόδοξος Ρέντσι ξέρει ότι ήρθε η ώρα για το επόμενο βήμα. Έναν χρόνο από τη νίκη του για τη δημαρχία διοργανώνει – όχι τυχαία – μία μεγάλη συγκέντρωση στη Φλωρεντία με θέμα την ιταλική πολιτική σκηνή. Αυτή ήταν η ευκαιρία του. Ακολούθησε πλήθος συνεντεύξεων τόσο στα ιταλικά όσο και στα διεθνή Μέσα Ενημέρωσης όπου γνωστοποιεί το όραμά του για την ανανέωση της Κεντροαριστεράς. Τότε απέκτησε και το παρατσούκλι του, καθώς τα ιταλικά ΜΜΕ τον παρουσίαζαν ως rottamatore, η μπουλντόζα που θα γκρεμίσει το κατεστημένο.

Ο Ρέντσι ήταν ασταμάτητος. Η δημοτικότητά του ανέβαινε συνεχώς και ο ίδιος ξεδίπλωνε το σχέδιό του για την Ιταλία του «αύριο». Κυρίαρχο μήνυμά του είναι η ελπίδα, λέξη την οποία φροντίζει να τονίζει σε κάθε του συνέντευξη. Λέει ότι θέλει να προσφέρει κάτι πολύ σπάνιο στην Ιταλία «την ελπίδα».
Οι άνθρωποι είναι κουρασμένοι και απογοητευμένοι. Δεν πιστεύουν πια. Εγώ πιστεύω και για αυτό ασχολούμαι με την πολιτική, γιατί εξακολουθώ να πιστεύω.
Οι προτάσεις του ισορροπούν ανάμεσα στη λιτότητα, τις αποκρατικοποιήσεις και τις αγορές από τη μία και στο χτίσιμο του κοινωνικού κράτους από την άλλη. Απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό και γίνεται αρεστός στους πολίτες και όχι μόνο στους ψηφοφόρους του κόμματός του.

Το εσωκομματικό «πραξικόπημα»
Τον Σεπτέμβριο του 2012 αποφασίζει να κάνει το επόμενο βήμα. Ανακοινώνει την υποψηφιότητά του για γενικός γραμματέας του Δημοκρατικού Κόμματος, με στόχο να ηγηθεί ενός κεντροαριστερού συνασπισμού για τις εκλογές του 2013. Τερμάτισε όμως δεύτερος με ποσοστό 39,1% έναντι 60,9% του Πιέρ Λουίτζι Μπερσάνι.
Ρισκάρει, χάνει αλλά δεν τα παρατάει. Παρότι ο Μπερσάνι κατάφερε να κατακτήσει την πρώτη θέση στις εσωκομματικές εκλογές, η αδυναμία του να συγκροτήσει αυτοδύναμη κυβέρνηση προκάλεσε νέα τριβή στο εσωτερικό του κόμματος. Ο Ρέντσι τότε του επιτέθηκε, κατηγορώντας τον προσωπικά για τη αποτυχία, και τον κάλεσε να συγκροτήσει κυβέρνηση συνασπισμού με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι ή να οδηγήσει τη χώρα σε νέες εκλογές. Η κόντρα των δύο αντρών, ήταν έντονη και έλαβε μεγάλες διαστάσεις.

Μάλιστα, κατά τη διάρκεια εκλογή νέου Προέδρου της ιταλικής Δημοκρατίας, ο Ματέο Ρέντσι επιτέθηκε εκ νέου στον Μπερσάνι. Η πόλωση που δημιουργήθηκε στο εσωτερικό του κόμματος ήταν τέτοια που οδήγησε σε αδιέξοδο. Τελικά έπειτα από συνεχιζόμενες αποτυχημένες απόπειρες ανάδειξης νέου Προέδρου, ο Τζιόρτζιο Ναπολιτάνι, αποδέχθηκε την πρόταση Μπερσάνι, Μπερλουσκόνι και Μόντι να αναλάβει εκ νέου την προεδρία της Δημοκρατίας.
Την ανάδειξη νέου προέδρου ακολούθησε η παραίτηση Μπερσάνι από τη θέση του γραμματέα του κόμματος και η δημιουργία κυβέρνησης συνεργασίας υπό τον Ενρίκο Λέτα.
Ο Ρέντσι είναι αποφασισμένος να πετύχει και έτσι όταν ο Μπερσάνι παραιτείται, τον Απρίλιο του 2013, θέτει εκ νέου υποψηφιότητα για τη θέση του γενικού γραμματέα του κόμματος. Αυτή τη φορά βγήκε νικητής, ξεπερνώντας μάλιστα τα ποσοστά του προκατόχου του. Εκλέχθηκε με ποσοστό 67,6% έναντι 18,2% του Τζιάνιο Κούπερλο και του 14,2%του Τζουζέπε Τσιβάτι. Ξέρει πλέον ότι είναι υποψήφιος και για την πρωθυπουργία της χώρας όμως διαβεβαιώνει τους Ιταλούς ότι θα αφήσει τον Ενρίκο Λέτα να ολοκληρώσει τη θητεία του.
«Θέλουμε να ολοκληρώσει το έργο της η κυβέρνηση, θα είμαστε πίσω από τον πρωθυπουργό, Ενρίκο Λέτα. Θέλω να αλλάξω την Ιταλία, όχι την κυβέρνηση» έλεγε στις 24 Νοεμβρίου 2013.
Στις 12 Ιανουαρίου δεν άφηνε καμία αμφιβολία για τις προθέσεις του: «Ο Ενρίκο δεν μου έχει εμπιστοσύνη, αλλά κάνει λάθος, είμαι πιστός. Η κυβέρνηση Λέτα θα παραμείνει στη θέση της όλο το 2014».
Έναν μήνα μετά, όλα άλλαξαν. Στις 12 Φεβρουαρίου συναντάται με τον Ενρίκο Λέτα στο Προεδρικό Μέγαρο και καθιστά σαφής την πρόθεσή του να αναλάβει ο ίδιος την διακυβέρνηση της χώρας. Προηγήθηκε η έγκριση από την ηγετική ομάδα του Δημοκρατικού Κόμματος της πρότασης Ρέντσι για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης με τετραετή θητεία.
«Δεν θέλουμε να σύρουμε σε μία δίκη την κυβέρνηση, αλλά πρέπει να γυρίσουμε σελίδα. Είναι αναγκαίο να γίνει μία νέα προσπάθεια για να ξεπεραστεί η οικονομική και κοινωνική κρίση. Επιδιώκω μία ριζική αλλαγή, διότι διαφορετικά, το μόνο που θα επιτευχθεί είναι η φθορά των δημοκρατικών θεσμών και η περαιτέρω επιδείνωση της κρίσης.
Δεν πρόκειται για προσωπική σύγκρουση με τον Λέτα, αλλά η Ιταλία βρίσκεται σε ένα τέλμα και χρειάζεται άμεσα μια βαθύτατη αλλαγή. Με κατηγόρησαν, όπως συνέβη και στο κόμμα μας,. Ότι είμαι υπέρμετρα φιλόδοξος. Απαντώ ότι όλοι μας πρέπει να είμαστε υπέρμετρα φιλόδοξοι» είπε ο Ρέντσι στα στελέχη του κόμματός του με αποτέλεσμα να ψηφίσουν την πρότασή του με 136 ψήφους υπέρ και 16 κατά.
Έτσι τα περιθώρια στένεψαν για τον Λέτα, ο οποίος ανακοίνωσε μία ημέρα αργότερα, στις 13 Φεβρουαρίου, την πρόθεσή του να παραιτηθεί από την θέση του πρωθυπουργού.

 

 

Στην ίδια Κατηγορία


Το Axiaplus, θεωρεί δικαίωμα του αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω του προφίλ που διατηρεί στο Facebook. Εντούτοις, τονίζουμε ρητά πως δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο.

σχόλια