Και μετά την έξοδο στις αγορές, τι;

Το πρώτο σημαντικό βήμα έγινε, αλλά υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος μέχρι η ελληνική οικονομία να επιστρέψει μια και καλή στην κανονικότητα

300

«Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται» λέει μια παροιμία. Η αγορά, λοιπόν, είχε στείλει ήδη το μήνυμά της από τις 12 Ιουλίου, όταν το Ελληνικό Δημόσιο προχώρησε στη δημοπρασία 3μηνων εντόκων γραμμάτιων. Για πρώτη φορά τα τελευταία δύο χρόνια οι προσφορές (1.154 δισ. ευρώ ) υπερκάλυψαν τα δημοπρατούμενα ποσά (612 εκατ. ευρώ) και, τελικώς, αντλήθηκαν 812,5 εκατ. ευρώ, με τη συμμετοχή των ξένων επενδυτών στη δημοπρασία να διαμορφώνεται σε 59%.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Το δε επιτόκιο υποχώρησε σε 2,33% από 2,7% στην προηγούμενη δημοπρασία, που πραγματοποιήθηκε περίπου έναν μήνα πριν. Όπως σημειώνει σε σχετική ανάλυση ο ΣΕΒ, τα στοιχεία αυτά κατέδειξαν το έντονο ενδιαφέρον της επενδυτικής κοινότητας για τις υψηλές αποδόσεις που προσφέρουν οι ελληνικοί τίτλοι σε ένα περιβάλλον βελτιούμενων προοπτικών και μείωσης κινδύνου της ελληνικής οικονομίας, όπως αποτυπώνονται στην πτώση των αποδόσεων των τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου.

Αυτό ήταν σημάδι προς την κυβέρνηση να προχωρήσει τελικά στην πρώτη έξοδο της χώρας στις αγορές, μετά από τρία χρόνια. Έτσι, το πρώτο βήμα έγινε. Στις 25 Ιουλίου 2017 το Ελληνικό Δημόσιο προχώρησε στην έκδοση 5ετούς ομολόγου ύψους 3 δισ. ευρώ με επιτόκιο 4,625%. Η συναλλαγή είχε δύο σκέλη: Πρώτον, μία προσφορά ανταλλαγής, καθώς και μια προσφορά επαναγοράς έναντι μετρητών προς τους κατόχους των 5ετών ομολόγων με λήξη το 2019 και, δεύτερον, μια νέα έκδοση 5ετούς ομολόγου σταθερού επιτοκίου με λήξη το 2022. Συνολικά, από τα 3 δισ. ευρώ της συναλλαγής το 50% περίπου προήλθε από την ανταλλαγή του ομολόγου που έληγε το 2019 και το υπόλοιπο αποτελεί εισροή νέου χρήματος, κυρίως από επενδυτές του εξωτερικού.

Βεβαίως, το επιτόκιο της έκδοσης ήταν 5 φορές υψηλότερο του μεσοσταθμικού επιτοκίου που πληρώνει η Ελλάδα στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, σύμφωνα και με την άποψη του ΣΕΒ, η προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να αποκτήσει εκ νέου πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένη, με τις αγορές πλέον να πιστεύουν ότι η Ελλάδα έχει μπει σε μια διαδικασία κατά το μάλλον ή ήττον εύρωστης δημοσιονομικής πειθαρχίας, που θα βοηθήσει τους δανειστές της να προχωρήσουν σε ελάφρυνση του χρέους ώστε να καταστεί βιώσιμο.

Θετικό βήμα

Για ποιους λόγους όμως η πρώτη έκδοση ομολόγου μετά από τρία χρόνια αποκλεισμού από τις αγορές θεωρείται επιτυχημένη; Κατ’ αρχάς, η συγκυρία φαίνεται ότι ήταν ευνοϊκή για ένα τέτοιο σημαντικό βήμα. Όπως επισημαίνει σε σχετική ανάλυση η Barclays, οι κίνδυνοι χρηματοδότησης και ρευστότητας για το Δημόσιο έχουν αντιμετωπιστεί, μετά και την εκταμίευση της δόσης των 8,5 δισ. ευρώ και το σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα που η κυβέρνηση έχει τρέξει από το 2015. Άλλωστε, η πρόσβαση στη χρηματοδότηση ήταν ο κύριος κίνδυνος για τη χώρα στο παρελθόν, καθώς οι ανάγκες της ήταν επανειλημμένα υψηλές λόγω των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και της περιορισμένης πρόσβασης στην αγορά.

Επιπλέον, μετά από τρία χρόνια στασιμότητας της οικονομικής δραστηριότητας, οι μακροοικονομικές συνθήκες δείχνουν τάσεις βελτίωσης. Η ανάπτυξη επανήλθε στο πρώτο τρίμηνο του 2017, έστω και οριακά. Αλλά ίσως πιο σημαντικό είναι το γεγονός, ότι υπάρχει σήμερα ισχυρότερη ζήτηση στις αγορές για τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία. Ως εκ τούτου, με την έξοδο στις αγορές, η κυβέρνηση θα μπορούσε να δείξει ότι υπάρχει εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία και στις μελλοντικές της προοπτικές. Αυτό θα μπορούσε με τη σειρά του να παράσχει περαιτέρω εσωτερική υποστήριξη για τις κυβερνητικές πολιτικές, καταλήγει η Barclays.

Πρόοδος

Η έκδοση του πενταετούς ομολόγου των 3 δισ. ευρώ είναι και ένα δοκιμαστικό πρώτο βήμα, που ίσως λέει πολλά για τις αποδόσεις που αναζητούν οι επενδυτές όπως και για την επαναφορά της Ελλάδας στις αγορές. Σύμφωνα με τους «Financial Times», η έκδοση του ομολόγου αντανακλά την πρόοδο που έχει σημειώσει η Ελλάδα και αποτελεί προϋπόθεση για περαιτέρω πρόοδο. Η εξέλιξη υποδηλώνει επίσης, ότι οι επενδυτές πείθονται ολοένα και πιο πολύ ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει τις επίπονες μεταρρυθμίσεις και ότι, παρά τα πολιτικά εμπόδια, οι πιστωτές εν τέλει θα συναινέσουν στην ελάφρυνση χρέους που χρειάζεται για να τεθούν σε μια βιώσιμη πορεία τα οικονομικά της χώρας.

Πάντως, όπως επισημαίνουν οι «Financial Times», η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές ομολόγων δεν αποτελεί πανάκεια αλλά είναι μια καλοδεχούμενη ένδειξη επιστροφής στην κανονικότητα, και ύστερα από τόσες λάθος εκκινήσεις, θα μπορούσε να δώσει την αναγκαία ώθηση στην εμπιστοσύνη. Η Ελλάδα μπορεί να κέρδισε από τους δανειστές και τους ξένους επενδυτές επαίνους για τις δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις και επώδυνα μέτρα λιτότητας καθώς και ενδείξεις ότι η οικονομική ανάκαμψη έρχεται τελικά να εδραιωθεί.

Η μακροχρόνια κρίση έχει τελειώσει

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η μακροχρόνια κρίση της Ελλάδας έχει τελειώσει, σημειώνει σε ανάλυσή της η Capital Economics. Εξάλλου, η Ελλάδα έχει ξαναβρεθεί σε αυτό το σημείο καθώς μετά από την έκδοση ομολόγου τον Απρίλιο του 2014, σύντομα έχασε την πρόσβαση στις αγορές ύστερα από την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ και την εκτίναξη της απόδοσης του 10ετούς στο 20% σχεδόν μέσα σε έναν χρόνο. Και είναι κρίσιμο ότι το φορτίο του χρέους παραμένει τεράστιο, στο 180% του ΑΕΠ περίπου. Η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να δυσκολευτεί να χρηματοδοτηθεί ακόμη και με το τρέχον κόστος δανεισμού της αγοράς, το οποίο παραμένει σημαντικά υψηλότερα από το μέσο 1,5% που πληρώνει τώρα στο χρέος που διακρατείται από τους επίσημους πιστωτές.

Είναι ενδεικτικά, εξάλλου, τα όσα σημειώνει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή στην έκθεσή του για την πορεία της οικονομίας. Το άνοιγμα του βιβλίου προσφορών για την έκδοση πενταετούς ομολόγου, στον βαθμό που η κίνηση αυτή θα έχει συνέχεια και σε συνδυασμό με τις εκδηλούμενες τάσεις οικονομικής μεγέθυνσης, έστω και ασθενούς, για το 2017, είναι ένα θετικό βήμα προς την διαχείριση της οικονομικής κρίσης. Μπορεί επομένως να ερμηνευθεί ως μια κίνηση που εκφράζει την πρόθεση της κυβέρνησης να εκπληρώσει τις τρέχουσες συμφωνίες με τους δανειστές και, έτσι να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μόνιμη έξοδο στις αγορές μετά το τέλος του «μνημονίου» τον Αύγουστο του 2018. Αν συμβεί αυτό, θα υπάρξει μια καμπή στη διαχείριση της οικονομίας και στις οικονομικές επιδόσεις. Αν όχι, τότε θα υπάρξουν παλινδρόμηση σε συνθήκες ύφεσης, κοινωνικές εντάσεις και δυσκολίες στη χρηματοδότηση από τις αγορές.

Σοβαρές εκκρεμότητες

Δεν πρέπει επομένως να ξεχνάμε ότι υπάρχουν σοβαρές εκκρεμότητες στην οικονομική πολιτική και, επομένως, αβεβαιότητες για το μέλλον της οικονομίας και μελλοντικές εκδόσεις ομολόγων. Είναι η χώρα προετοιμασμένη να υποβληθεί στην «πειθαρχία» των αγορών για τη δημοσιονομική πολιτική της; Πολλά θα κριθούν κατά την εφαρμογή του «συμπληρωματικού μνημονίου συνεννόησης» τους αμέσως επόμενους μήνες, από τη διευθέτηση του χρέους και από την επιστροφή στην ανάπτυξη.

Μονοπάτι για επιστροφή στην κανονικότητα

Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, κατ’ αρχάς με την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης δεν τελειώνει το μονοπάτι εφαρμογής του τρίτου μνημονίου και η ομαλή εκταμίευση των προβλεπόμενων δόσεων της τρέχουσας δανειακής σύμβασης γιατί ακολουθεί αμέσως μετά η τρίτη αξιολόγηση προόδου (Οκτώβριος 2017), που θα πρέπει λογικά να τελειώσει σε ασφυκτικά σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτό σημαίνει πιθανόν ότι ο πολιτικός χρόνος για το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης και των επόμενων θα είναι σαφώς πιο περιορισμένος σε σχέση με τον πολιτικό χρόνο των προηγούμενων δύο αξιολογήσεων.

Δεν θα είναι «περίπατος»

Ωστόσο, δεν θα είναι και «περίπατος». Η επόμενη αξιολόγηση περιλαμβάνει, πέραν των τυχόν εκκρεμοτήτων μεταξύ άλλων στην ενέργεια, στην εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ και στις ιδιωτικοποιήσεις, μόνο φαινομενικά εύκολα ζητήματα. Μεταξύ των παρεμβάσεων που πρέπει να υλοποιηθούν ώστε να ολοκληρωθεί επιτυχώς το πρόγραμμα είναι η ευθυγράμμιση των αντικειμενικών αξιών με τις τιμές αγοράς έως τον Δεκέμβριο, οι νέες αλλαγές στο καθεστώς του ΦΠΑ, η αλλαγή στον συνδικαλιστικό νόμο ώστε οι απεργίες να προκηρύσσονται με το 50% των εργαζομένων, η πλήρης ανατροπή του χάρτη των κοινωνικών επιδομάτων, καθώς και το άνοιγμα όσων επαγγελμάτων παραμένουν ακόμη κλειστά (πίνακες ΙΙ & ΙΙΙ). Επίσης, αυξάνονται οι ώρες διδασκαλίας για τους δασκάλους και τους καθηγητές, αλλάζουν οι όροι χορήγησης των αναπηρικών και των οικογενειακών επιδομάτων, ενώ ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την κινητικότητα στο Δημόσιο, καθώς και την επιλογή προϊσταμένων. Πιθανόν, λοιπόν, οι δυσκολίες εκπλήρωσης των ελληνικών δεσμεύσεων να είναι μεγαλύτερες καθώς θα εισέλθουμε στο όγδοο έτος δοκιμασίας της οικονομίας.

Ανοιχτά μέτωπα

Όσον αφορά στη μεγάλη πηγή αβεβαιοτήτων, στο δημόσιο χρέος, οι δανειστές μας δεν έχουν καταλήξει σε οριστικές λύσεις. Το θέμα του χρέους συνυφαίνεται και με την επιδιωκόμενη έξοδο στις αγορές. Εκτός από άλλα, ανοιχτό μένει και το ερώτημα αν θα έπρεπε να προηγηθεί της εξόδου στις αγορές η αναδιάρθρωση του χρέους. Σύμφωνα με αρκετές αναλύσεις, η πρότερη αναδιάρθρωση θα βελτίωνε τόσο τις προοπτικές της χώρας, όσο και την αξιολόγηση της πιστοληπτικής της ικανότητας, επομένως, θα οδηγούσε σε μείωση των επιτοκίων. Πιθανόν, θα απέτρεπε και απότομες διακυμάνσεις τους μετά από κάθε αναταραχή. Όμως, φαίνεται ότι η λύση αυτή, την οποία προκρίνει έμμεσα και το ΔΝΤ, δεν γίνεται δεκτή από τους Ευρωπαίους εταίρους.

Συνολικά η χώρα έχει μπροστά της, όπως τονίζει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, τρεις επιλογές, σε αναλυτικούς όρους μιας και είναι δυνατόν να υπάρξουν πολύ συνδυασμοί αυτών: (α) την καθαρή έξοδο στις αγορές, (β) την έξοδο στις αγορές με προληπτική γραμμή πίστωσης υπό όρους και (γ) το νέο δανεισμό από τον ΕΜΣ (ή τέταρτο μνημόνιο κατά το πρότυπο των προηγούμενων). Θεωρητικά, η πρώτη επιλογή αντιστοιχεί σε μία «κανονικότητα», που αυτή τη στιγμή ισχύει για κάθε χώρα της Ευρωζώνης. Η τελευταία επιλογή είναι πολιτικά η χειρότερη, γιατί η κοινωνία μας έχει κουραστεί μετά από 8 χρόνια λιτότητας, τρία μνημόνια και συνακόλουθη ασφυκτική εποπτεία.

Τέλος, σε ό,τι αφορά το «αγκάθι» του ΔΝΤ, οι πιθανότητες, βεβαίως, να ενεργοποιηθεί το Πρόγραμμα Στήριξης του και να υπάρξουν εκταμιεύσεις είναι μάλλον μικρές, καθώς θα είναι δύσκολο, χωρίς εξειδίκευση των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους παρά μόνο στο τέλος του Προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, να υπάρξει στο μεσοδιάστημα απόφαση περί ελάφρυνσης του χρέους που να το καθιστά βιώσιμο, και να πληροί τα αυστηρά κριτήρια βιωσιμότητας του ΔΝΤ. Πέραν αυτού, όμως, ούτε και το ΔΝΤ πιστεύει ότι οι ελληνικές αρχές θα επιλέξουν να προκαλέσουν εκταμιεύσεις των πόρων του ΔΝΤ στον βαθμό που φθηνότερα κεφάλαια θα είναι διαθέσιμα από τον ΕΜΣ.

Υπόθεση εντυπώσεων

Σε τελική ανάλυση, και σύμφωνα με όσα επισημαίνει ο ΣΕΒ, σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, η χώρα σύρεται ουσιαστικά σε μια υπόθεση εντυπώσεων που απαίτησαν οι Ευρωπαίοι δανειστές για σκοπούς εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης, χωρίς να υπάρχει ορατή προστιθέμενη αξία ή όφελος για την Ελλάδα, πέραν του ρόλου που η ονομαστική (χωρίς πόρους) συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα μπορεί, ίσως, να παίξει υποβοηθητικά στην προσπάθεια εξόδου της χώρας στις αγορές. Κάτι τέτοιο είναι μάλλον δευτερευούσης σημασίας, όμως στον βαθμό που η χώρα εφαρμόζει το Μνημόνιο, τηρεί τις προθεσμίες και ολοκληρώνει τις αξιολογήσεις. Σε κάθε περίπτωση, ενέργειες τέτοιου είδους αποσκοπούν στην άσκηση μέγιστης πίεσης προς την ελληνική πλευρά να συμμορφωθεί πλήρως με τα συμφωνηθέντα, ιδίως στην περίοδο του «μεγάλου ενθουσιασμού» που προβλέπεται να προηγηθεί τυχόν επικείμενης εξόδου από το μνημόνιο.

 

 

 

 

Στην ίδια Κατηγορία


Το Axiaplus, θεωρεί δικαίωμα του αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω του προφίλ που διατηρεί στο Facebook. Εντούτοις, τονίζουμε ρητά πως δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο.

σχόλια