Δύο μεγάλοι «σκόπελοι» για την οικονομία

Αποκρατικοποιήσεις και τράπεζες κρίνουν σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της χώρας

612

Του Σπύρου Σταθάκη-

Είναι λογικό μια κυβέρνηση να προσπαθεί να εκπέμψει αισιοδοξία για τις προοπτικές της οικονομίας, σε μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη, κυρίως των επενδυτών. Αυτό ακριβώς επιχειρεί και η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., με «μπροστάρη» τον ίδιο τον πρωθυπουργό μάλιστα. Το ζήτημα όμως είναι ότι οι θετικές δηλώσεις και οι κάθε είδους «ενέσεις» αισιοδοξίας δεν φτάνουν από μόνες τους. Χρειάζονται έργα στο μέτωπο των μεγάλων προκλήσεων που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία.

Και για να γίνουμε συγκεκριμένοι, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας σε συνέντευξή του στο πρακτορείο Reuters επισήμανε ότι η Ελλάδα μπορεί να καταγράψει ανάπτυξη της τάξης του 0,2% έως 0,4% φέτος, πολύ παραπάνω από την πρόβλεψη της Eurostat για ύφεση κατά 0,3%. Ερωτηθείς εάν πιστεύει ότι η Ελλάδα μπορεί να εκπληρώσει ή να ξεπεράσει την πρόβλεψη της Eurostat για ανάπτυξη 2,7% για το 2017, σημείωσε ότι έως τώρα έχει ξεπεράσει τις προβλέψεις για το 2016 και ότι περιμένει το ίδιο και για το 2017. Μάλιστα, ο κ. Τσίπρας εξέφρασε την πεποίθηση ότι μπορεί να υπάρξει θετική ανάπτυξη φέτος και μερική επιστροφή στις αγορές ομολόγων το 2017.

Ο ίδιος όμως παραδέχθηκε πως ότι αυτό εξαρτάται από την ελάφρυνση του χρέους, τη βελτίωση της ανάπτυξης και τη θετική αξιολόγηση της ΕΚΤ για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, κάτι που θα ενεργοποιήσει την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο QE στις αρχές του 2017. Από κει και πέρα, αν και όντως η ανάπτυξη του ΑΕΠ ήταν λιγότερο αρνητική από ό,τι το 2015, όταν επιβλήθηκαν τα capital controls και η πολιτική αναταραχή ήταν στα ύψη, στο πρώτο εξάμηνο του 2016 παρέμεινε αρνητική σε ετήσιους όρους στο -1%, αν και ήταν ελαφρώς θετική στο β’ τρίμηνο (+0,2%). Για να σημειωθεί λοιπόν το 2016 ανάπτυξη έστω και 0,2%, το ΑΕΠ θα πρέπει να αναπτυχτεί κατά 0,8% ετησίως και στα δύο τρίμηνα του β’ εξαμήνου. Μπορεί αυτό άραγε να επιτευχθεί, τη στιγμή που η χώρα έχει εισέλθει σε μια νέα περίοδο οικονομικής και πολιτικής αναταραχής;

Χρειάζονται έργα

Δύσκολη η απάντηση. Το σίγουρο είναι ότι δεν φτάνουν τα λόγια. Χρειάζονται έργα. Και εδώ η κυβέρνηση δείχνει να «χωλαίνει» και πάλι. Η δυστοκία στην εφαρμογή των μνημονιακών προαπαιτούμενων, που έχουν προκαλέσει κλίμα καχυποψίας εκ μέρους των δανειστών, η καθυστερήσεις στην υλοποίηση κρίσιμων αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων, τα κάθε είδους εμπόδια που παρατηρούνται στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η «εμπλοκή» σε κρίσιμα θέματα που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες, όπως οι διοικητικές ανακατατάξεις, δεν βοηθούν στο να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στις προοπτικές της οικονομίας. Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο πρέπει να πείσει η κυβέρνηση, αν θέλει πραγματικά την έξοδο της χώρας από την οικονομική κρίση.

Οι μεταρρυθμίσεις θα κρίνουν την επιστροφή στην ανάπτυξη

Τα ανοικτά «μέτωπα» για την κυβέρνηση, λοιπόν, είναι συγκεκριμένα. Είναι η εφαρμογή των μέτρων του μνημονίου, περιλαμβανομένων των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, χωρίς καθυστερήσεις στην επίτευξη των συμφωνηθέντων, για την εκταμίευση των δόσεων και την τόνωση της ρευστότητας στην αγορά, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και την επιτάχυνση της διαδικασίας ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Είναι η επιτάχυνση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων που έχουν συμφωνηθεί και ενεργοποίηση του προγράμματος αξιοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου μέσω του Επενδυτικού Ταμείου, ώστε να προκληθεί επιχειρηματικό ενδιαφέρον για επενδυτικές ευκαιρίες στην Ελλάδα. Είναι, τέλος, η αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων με επιτάχυνση της εφαρμογής του νέου θεσμικού πλαισίου και αξιοποίηση των δυνατοτήτων για την πώληση επισφαλών απαιτήσεων και την αναδιάρθρωση υπερχρεωμένων επιχειρήσεων.

Χρειάζονται μεταρρυθμίσεις

Όπως κατ’ επανάληψη έχει σημειώσει και η Τράπεζα της Ελλάδος, αναγκαία προϋπόθεση της οικονομικής ανάκαμψης είναι η απαρέγκλιτη εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που περιγράφονται στο νέο πρόγραμμα του ESM. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αναμένεται να ενθαρρύνουν την καινοτομία και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών αυξάνοντας τον ανταγωνισμό σε διαφόρους τομείς και προσελκύοντας νέες επενδύσεις, εγχώριες και ξένες. Εν τέλει, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας και προϊόντων, καθώς και η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και της λειτουργίας του δημόσιου τομέα θα προσελκύσουν ιδιωτικές επενδύσεις, θα αυξήσουν την απασχόληση, την παραγωγικότητα και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και θα καταστήσουν την οικονομία ανθεκτικότερη σε μελλοντικές διαταραχές.

Οι προκλήσεις για το πιστωτικό σύστημα

Η ανάκαμψη της οικονομίας, λοιπόν, εξαρτάται από την εκπλήρωση αρκετών προϋποθέσεων. Μια σημαντική προϋπόθεση αφορά στην ικανότητα των ελληνικών τραπεζών να παρέχουν την αναγκαία χρηματοδότηση για την υποστήριξη της αναπτυξιακής διαδικασίας. Αυτό, σύμφωνα με όσα επισημαίνει σε σχετικό άρθρο ο πρόεδρος της Eurobank, Νίκος Καραμούζης, το οποίο δημοσιεύεται στο δεύτερο τεύχος της επιθεώρησης «Οικονομία και Αγορές» της τράπεζας, εξαρτάται από το πώς οι ελληνικές τράπεζες θα αντιμετωπίσουν βασικές προκλήσεις, οι οποίες όχι μόνο επηρεάζουν σημαντικά την ικανότητά τους να επιτύχουν βελτιούμενη κερδοφορία και να αναπτυχθούν, αλλά επίσης επιδρούν σοβαρά στις στρατηγικές αποφάσεις, στις προτεραιότητες, στα λειτουργικά και επιχειρηματικά τους μοντέλα, στην αρχιτεκτονική δομή και στη διαχείριση των κινδύνων.

Μερικές από τις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές τράπεζες είναι οι εξής:

1. H αποκατάσταση της ρευστότητας

Η αποκατάσταση κανονικών συνθηκών ρευστότητας στην ελληνική αγορά, με τη σημαντική επιστροφή των καταθέσεων και την ανάκτηση της πρόσβασης των τραπεζών στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Αυτό αποτελεί πρωτίστως πολιτικό ζήτημα, στον βαθμό που κυρίως εξαρτάται από την ικανότητα της ελληνικής κυβέρνησης να πείσει τις διεθνείς αγορές και τους επενδυτές/αποταμιευτές ότι σκοπεύει να τηρήσει τις δεσμεύσεις της για την εφαρμογή του τρίτου προγράμματος προσαρμογής και να υλοποιήσει τις αναγκαίες οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις, που θ’ αποκαθιστούν τη δημοσιονομική σταθερότητα, θα δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για επενδύσεις και ανάπτυξη και θα διαμορφώνουν ομαλές συνθήκες στον χρηματοπιστωτικό τομέα και τις αγορές.

Εάν επιτευχθεί η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία και στις προοπτικές της και διαμορφωθεί φιλικό επιχειρηματικό κλίμα, συνθήκες απαραίτητες για την οικονομική ανάκαμψη, θα διευκολυνθεί η μείωση των επιτοκίων και των υψηλών prim κινδύνου που πληρώνει σήμερα η χώρα για άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές, καθώς και η επιστροφή στις ελληνικές τράπεζες μεγάλου ύψους αποταμιεύσεων, αποθησαυρισμένων σήμερα σε τραπεζογραμμάτια (47 δισ. ευρώ σε κυκλοφορία σήμερα) και σε άλλες μορφές καταθέσεων και επενδύσεων που διέρρευσαν στο εξωτερικό (συνολικά από την αρχή της κρίσης, η χώρα έχει απολέσει 124 δισ. ευρώ καταθέσεις, το 45% του συνόλου από το ψηλότερο σημείο). Εκτιμάται ότι με την πλήρη αποκατάσταση ομαλών συνθηκών και αναπτυξιακών προοπτικών στην οικονομία και τις αγορές και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, 25 δισ. ευρώ καταθέσεις θα μπορούσαν να επιστρέψουν στο τραπεζικό σύστημα σε περίοδο 18-24 μηνών.

2. Η διαχείριση των επισφαλών δανείων

Η αποτελεσματική διαχείριση και η σημαντική μείωση του σημαντικού ύψους των επισφαλών δανείων: η πρόκληση για τις ελληνικές τράπεζες σήμερα δεν είναι η επάρκεια των κεφαλαίων (η οποία υπάρχει), αλλά η δέσμευση και η ικανότητα των ελληνικών τραπεζών να υλοποιήσουν με αποφασιστικότητα και σχέδιο την αποτελεσματική διαχείριση των προβληματικών δανείων και να μειώσουν σημαντικά τα υπόλοιπα (115 δισ. ευρώ το ύψος των προβληματικών δανείων σήμερα με βάση τον ορισμό ΝΡΕ σε επίπεδο ομίλων).

Μια τέτοια στρατηγική πρέπει να συνοδεύεται από ένα εμπεριστατωμένο επιχειρησιακό σχέδιο και το κατάλληλο πτωχευτικό δίκαιο και θεσμικό πλαίσιο αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, με σκοπό την αποτελεσματική χρήση του σημαντικού αποθέματος των προβλέψεων που έχει συσσωρευτεί (58 δισ. ευρώ) για κάλυψη των επισφαλών δανείων, καθώς και των σημαντικών εμπράγματων εξασφαλίσεων, που φέρουν τα παραπάνω δάνεια, έτσι ώστε να εξυγιανθούν τα χαρτοφυλάκια των προβληματικών δανείων (60% με 65% του συνόλου του χαρτοφυλακίου των προβληματικών δανείων είναι καλυμμένο με εμπράγματες εξασφαλίσεις, κυρίως ακίνητα).

Επιστροφή σε ρυθμούς κανονικότητας

Κρίσιμο για τη μείωση του ύψους των προβληματικών δανείων είναι η επιστροφή της χώρας σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης, η αποκλιμάκωση των επιτοκίων με την αποκατάσταση κανονικών συνθηκών ρευστότητας, η απρόσκοπτη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και η διαμόρφωση θετικού οικονομικού και επενδυτικού κλίματος. Καθυστέρηση στην αποτελεσματική μείωση του ύψους των επισφαλών δανείων θα δημιουργήσει πιθανά σοβαρά προβλήματα στις τράπεζες και την ελληνική οικονομία και θα καθυστερήσει την οριστική έξοδο από την κρίση. Η διαχείριση των προβληματικών δανείων θα πρέπει να γίνει κατά τρόπο που δεν θα ευνοεί τους στρατηγικούς κακοπληρωτές, δεν θα δημιουργεί πτωχευμένες επιχειρήσεις και πλούσιους μετόχους, θα υποχρεώσει τους παλαιούς μετόχους να συμμετέχουν έμπρακτα στην εξυγίανση των επιχειρήσεών τους, αν θέλουν να έχουν άποψη και ρόλο. Επιπλέον, δεν θα επιρρίπτει συστηματικά τα βάρη της εξυγίανσης των προβληματικών δανείων στους υγιείς χρηματοδοτούμενους, δεν θα νοθεύει τον ανταγωνισμό διατηρώντας εν ζωή μη βιώσιμες επιχειρήσεις και θα λαμβάνει πρόνοιες για τους εργαζόμενους στις προβληματικές επιχειρήσεις, που δεν έχουν καμία ευθύνη για την κρίση που καλούνται να αντιμετωπίσουν.

3. Η ενίσχυση της ζήτησης

Η αποκατάσταση θετικών ρυθμών πιστωτικής επέκτασης και ανάπτυξης των τραπεζικών εργασιών, με την ενίσχυση της ζήτησης για πιστώσεις, που είναι σήμερα εξαιρετικά υποτονική και μεταβάλλεται με αρνητικούς ρυθμούς, λόγω των συνθηκών ύφεσης στην οικονομία και τις αβεβαιότητες στις αγορές, που συνδέεται με την επιστροφή της χώρας σε αναπτυξιακή τροχιά, την αποκλιμάκωση των επιτοκίων και τη βελτίωση των προσδοκιών και του οικονομικού κλίματος.

Οι ελληνικές τράπεζες, μετά από τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις, διατηρούν από τους υψηλότερους στην Ευρώπη δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας (Core Tier I 18.3%, με μέσο όρο στην Ευρωζώνη 12,5%), υψηλό ύψος προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις (25% του συνόλου του δανειακού χαρτοφυλακίου), 68,7% κάλυψη με προβλέψεις των μη εξυπηρετούμενων δανείων, από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, θετικά καθαρά έσοδα προ προβλέψεων ύψους €4,2 δισ. το 2015, 60%-65% του χαρτοφυλακίου δανείων είναι καλυμμένο με εμπράγματες εξασφαλίσεις και επέστρεψαν σε οργανική κερδοφορία το 2016. Άρα, η κεφαλαιακή συγκρότηση των τραπεζών είναι ισχυρή, παρότι υπάρχουν αναφορές για την ποιοτική σύνθεση των κεφαλαίων τους, ικανή να χρηματοδοτήσει την οικονομία και να διαχειριστεί αποτελεσματικά τα προβληματικά δάνεια.

Οι ιδιωτικοποιήσεις και η τόνωση των επενδύσεων

Από κει και πέρα, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και η ταχεία προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων είναι τα ισχυρότερα μέσα όχι μόνο για την τόνωση της επενδυτικής δραστηριότητας και την επίτευξη διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης, αλλά και για την υποβοήθηση της δημοσιονομικής προσαρμογής, καθώς συμβάλλουν στην αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Το Ελληνικό Δημόσιο, για ιστορικούς λόγους, έχει στην κυριότητά του ακίνητα, η αξιοποίηση των οποίων μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις και να μειώσει το δημόσιο χρέος. Είναι μια ευκαιρία που παραμένει ανεκμετάλλευτη, αλλά καθιστά αναγκαία τη θέσπιση κατάλληλης νομοθεσίας για τις χρήσεις γης.

Ιδεολογικές εμμονές

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους, και κυρίως από αρκετά στελέχη της κυβέρνησης που εξακολουθούν να διακατέχονται από ιδεολογικές εμμονές, ότι το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων της χώρας αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο πρόγραμμα αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας, με ουσιαστική συμβολή στην επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας. Όπως έχει υπολογιστεί, υπάρχει ανάγκη υλοποίησης επενδύσεων ύψους 100 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια (μέχρι το 2022), ποσό το οποίο μπορεί να προέλθει μόνο με τη συμβολή ξένων επενδυτικών κεφαλαίων, οι οποίες θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, μέσα από την υλοποίηση ενός γενναίου προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της κρατικής περιουσίας.

Το ζήτημα δεν είναι εύκολο στη διαχείρισή του, κυρίως για πολιτικούς λόγους, αφού τις αποκρατικοποιήσεις έχει κληθεί να προωθήσει ένα κόμμα (ΣΥΡΙΖΑ), που λόγω ιδεολογίας δεν πιστεύει στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Αλλά και διαχρονικά, σύμφωνα και με σχετική ανάλυση του ΣΕΒ, η ταυτόχρονη συνύπαρξη στη χώρα μας περιπτώσεων στις οποίες δημόσιοι πόροι ουσιαστικά χαρίζονται ή απαξιώνονται από ανεπαρκή διαχείριση (για την οποία κανείς ποτέ δεν έχει λογοδοτήσει) και περιπτώσεων κατά τις οποίες μια μυωπική προσέγγιση στοχεύει στη μεγιστοποίηση ενός τιμήματος, παραβλέποντας έμμεσες επιπτώσεις, υπογραμμίζει τις διαχρονικές αδυναμίες στη διαχείριση των δημοσίων πόρων. Αυτή χαρακτηρίζεται από την έλλειψη ενός πλαισίου κανόνων που έχουν διαμορφωθεί σύμφωνα με διεθνείς βέλτιστες πρακτικές, καθώς και την ικανότητα της διοίκησης να εφαρμόσει ένα τέτοιο πλαίσιο με σύστημα, αξιοπιστία και συνέπεια. Επιπλέον, η προβληματική κατάσταση του πλαισίου αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας επιδεινώθηκε τα προηγούμενα χρόνια λόγω της εισπρακτικής λογικής που επιβλήθηκε στις «μνημονιακές» αποκρατικοποιήσεις με κύριο στόχο το άμεσο δημοσιονομικό όφελος.

Αλλά πάνω απ΄όλα, το θέμα είναι πρωτίστως πολιτικό. Κοιτάξτε για παράδειγμα τις εξελίξεις στην αποκρατικοποίηση του ΔΕΣΦΑ. Η τελευταία είδηση με το κυοφορούμενο «θρίλερ» έχει να κάνει με την επίσκεψη του προέδρου της SOCAR στην Ελλάδα, προκειμένου να αρθεί το αδιέξοδο που έχει προκύψει, από τις μεθοδεύσεις του αρμόδιου υπουργού, του κ. Σκουρλέτη.

Η συμφωνία

Ειδικότερα, ως γνωστόν το 2013 η SOCAR συμφώνησε στην εξαγορά του 66% του ΔΕΣΦΑ προς 400 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, η συμφωνία δεν έχει ολοκληρωθεί μέχρι στιγμής, λόγω διαφωνιών της Επιτροπής Ανταγωνισμού της Ε.Ε. Τα πράγματα περιπλέχθηκαν περαιτέρω, όταν η κυβέρνηση πέρασε τον Ιούλιο τροπολογία που προβλέπει αύξηση των τιμολογίων του ΔΕΣΦΑ από τον επόμενο χρόνο μικρότερη του αναμενόμενου.

Η SOCAR έχει θέτει εμφατικά και πάλι ζήτημα μείωσης του τιμήματος των 400 εκατ. ευρώ. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι η αξία του ΔΕΣΦΑ έχει μειωθεί κατά 40%-50% έπειτα από τη νομοθετική παρέμβαση στην οποία προέβη ο αρμόδιος υπουργός Περιβάλλοντος, περιορίζοντας την περιουσιακή βάση της ελληνικής εταιρείας, κι αν αυτό δεν αλλάξει θα πάψει πλέον να ενδιαφέρεται. Μείωση ωστόσο τιμήματος δεν προβλέπεται, αφού αυτό θα σήμαινε αλλαγή των όρων του διαγωνισμού, άρα ακύρωσή του, και προκήρυξη νέου. Αν η ελληνική πλευρά δεν δώσει ισχυρό αντάλλαγμα (π.χ. μεγαλύτερη από το 23,2% αύξηση στην ταρίφα χρήσης δικτύου που ανακοίνωσε η ΡΑΕ, αποζημίωση κ.ο.κ.) η αποχώρηση θεωρείται εξαιρετικά πιθανή για τους Αζέρους. Σημειώνεται ότι η εγγυητική επιστολή της SOCAR για την εξαγορά λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου, ενώ η ιταλική εταιρεία φυσικού αερίου Snam εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την εξαγορά του 17% του ΔΕΣΦΑ από τη SOCAR, σε συμφωνία με τους κανόνες ανταγωνισμού της Ε.Ε.

 

Στην ίδια Κατηγορία


Το Axiaplus, θεωρεί δικαίωμα του αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω του προφίλ που διατηρεί στο Facebook. Εντούτοις, τονίζουμε ρητά πως δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο.

σχόλια