Γιατί είναι αντι-συνταγματικοί οι φορολογικοί έλεγχοι;

Η φορολογική διοίκηση εξοπλίζεται με υπερεξουσίες με στόχο τον εντοπισμό της παραοικονομίας

658

Είναι κοινός τόπος πλέον ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια έξαρση της φορολογικής νομοθεσίας, εξαιρετικά ευρηματική τις περισσότερες φορές, συνοδευόμενη, ταυτόχρονα και από μία ιδιαίτερη σπουδή εφαρμογής της από την φορολογική διοίκηση.

Γράφει ο Νικόλαος Ι. Πέττας*

Η λειτουργία της κρατικής διοίκησης επικεντρώνεται μονομερώς στη θέσπιση νόμων που οδηγούν όλο και σε νεότερους ή επαχθέστερους φόρους εξοπλίζοντας, παράλληλα, τη φορολογική διοίκηση με ευρύτατες υπερεξουσίες με στόχο τον εντοπισμό της εθνικής παραοικονομίας, του χθες και του σήμερα.

Στη βιασύνη του εθνικού μας νομοθέτη να προλάβει να εντοπίσει και να βεβαιώσει φόρους συντελούνται νομοτεχνικές ατέλειες και παραλείψεις ικανές, μεταξύ άλλων, πολλές φορές να οδηγήσουν κάθε νεότερη νομοθετική ρύθμιση σε αμφιβολία ως προς τη συνταγματική της συνέπεια και νομιμότητα.

Μια από τις πλέον αγαπημένες μεθόδους της φορολογικής διοίκησης στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής είναι το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών, μια μέθοδος η οποία είναι γνωστή ως αυτή «του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά». Όπως και οι λοιπές τεχνικές ελέγχου των εισοδημάτων των φυσικών προσώπων ρυθμίζεται στο άρθρο 27 του Ν. 4174/2013.

Το συγκεκριμένο άρθρο βέβαια απλώς την αναφέρει ή για την ακρίβεια τη συναπαρτίζει στον κατάλογο των τεχνικών ελέγχου, εξουσιοδοτώντας, εν συνεχεία, τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (νυν Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων) να εξειδικεύσει το περιεχόμενο των εκεί αναφερόμενων τεχνικών ελέγχου.

Με δεδομένο δε ότι το άρθρο 27 δεν μας διαφωτίζει σε τίποτα ως προς το περιεχόμενο των τεχνικών ελέγχου, ο ανωτέρω κρατικός αξιωματούχος αφήνεται  απολύτως ελεύθερος να διαμορφώσει, διά αποφάσεώς του, το περιεχόμενο των τεχνικών ελέγχου κατά το δοκούν.

Στην πραγματικότητα δηλαδή η οικεία απόφαση, κατ’ εφαρμογή του παραπάνω άρθρου, είναι εκείνη που θα προσδιορίσει το περιεχόμενο της κάθε τεχνικής ελέγχου ξεχωριστά. Προσδιορίζοντας όμως το περιεχόμενο της τεχνικής ελέγχου, στην πραγματικότητα τίθενται οι μέθοδοι διά των οποίων θα καταλήξει η φορολογική διοίκηση να προσδιορίσει τη φορολογητέα ύλη ή αλλιώς τη φορολογική βάση. Δηλαδή, το οικονομικό εκείνο μέγεθος επί του οποίου θα επιβληθεί ο φόρος.

Συνεπώς, ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης είναι απολύτως συναρτώμενος με το περιεχόμενο της τεχνικής ελέγχου, η οποία προσδιορίζεται εξ ολοκλήρου και απολύτως ελεύθερα από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (νυν Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων).

Προκύπτει δηλαδή εν τέλει ότι ο κρίσιμος προσδιορισμός του αντικειμένου του φόρου, δηλαδή ο προσδιορισμός της φορολογικής βάσης γίνεται με κανονιστική απόφαση της Διοίκησης (δηλαδή του πρώην Γ.Γ. Δημοσίων Εσόδων) και όχι με τυπικό νόμο, όπως η συνταγματική επιταγή της νομιμότητας του φόρου επιβάλλει, κατά το άρθρο 78 του Συντάγματος.

Ως εκ τούτου καθίστανται απολύτως αμφίβολης συνταγματικότητας όλες οι σχετικές αποφάσεις του πάλαι ποτέ Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, κάτι που αναμένεται στο μέλλον να οδηγήσει σε πλούσια νομολογία.

* Ο κ. Νικόλαος Ι. Πέττας είναι δικηγόρος και ειδικεύεται στο φορολογικό δίκαιο.(nikolaos.pettas@gmail.com)

Στην ίδια Κατηγορία


Το Axiaplus, θεωρεί δικαίωμα του αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω του προφίλ που διατηρεί στο Facebook. Εντούτοις, τονίζουμε ρητά πως δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο.

σχόλια