Ένα βουνό προκλήσεις για τράπεζες και οικονομία!

Το μεγάλο ξεκαθάρισμα των κόκκινων δανείων, οι διοικητικές ανακατατάξεις στις τράπεζες και ο αγώνας για την ενίσχυση της ρευστότητας - Η μάχη για την αξιολόγηση του προγράμματος, το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων και την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους

878

 

Μπορεί να βρισκόμαστε μέσα στο κατακαλόκαιρο, και ο Αύγουστος να είναι παραδοσιακά ο μήνας των διακοπών και της ξεγνοιασιάς, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι οι μεγάλες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία δεν είναι εδώ και δεν μας περιμένουν. Γιατί, κακά τα ψέματα, τον Σεπτέμβριο ξεκινάει ένα ακόμη δύσκολο χρονικό διάστημα που περιλαμβάνει τα πάντα. Από τις δύσκολες διαπραγματεύσεις κυβέρνησης και δανειστών σχετικά με την αξιολόγηση του μνημονίου, μέχρι και τις καταλυτικές εξελίξεις στο τραπεζικό σύστημα της χώρας!

Ουσιαστικά η οικονομία περνάει και πάλι μια περίοδο αναμονής. Κατ’ αρχάς, τυπικά τουλάχιστον, η πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος, που μας ταλαιπώρησε τόσους μήνες, τυπικά τουλάχιστον έχει κλείσει. Και λέμε τυπικά γιατί στην ουσία υπάρχει μια «ουρά» προαπαιτούμενων δράσεων που πρέπει να έχουν υλοποιηθεί μέχρι και τις αρχές Σεπτεμβρίου, προκειμένου να εκταμιευθεί και η δεύτερη υποδόση των 2,8 δισ. ευρώ.
Και τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα όσο δείχνουν, διότι ίσως και λόγω της καλοκαιρινής ραστώνης ελάχιστα έχουν γίνει. Και μιλάμε για ιδιαίτερα απαιτητικές μνημονιακές υποχρεώσεις, σχεδόν όλες πολιτικά ακανθώδεις, μεταξύ των οποίων:
• Συμφωνία κυβέρνησης – πιστωτών για τους υποψήφιους του Εποπτικού Συμβουλίου του Υπερταμείου Ιδιωτικοποιήσεων, που θα είναι υπεύθυνο για την επιλογή του διοικητικού συμβουλίου.
• Μεταφορά του 5% των μετοχών του ΟΤΕ που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ για την πώλησή του.
• Ολοκλήρωση των αλλαγών στα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών και του ΤΧΣ.
• Επικύρωση από το κοινοβούλιο της συμφωνίας για το Ελληνικό.
• Λήψη μέτρων ώστε η νέα Αρχή Εσόδων να μπορέσει να λειτουργήσει αποτελεσματικά, και διορισμός του Δ.Σ.
• Εκκίνηση του διαγωνισμού της ΔΕΗ για την πώληση τουλάχιστον του 20% του ΑΔΜΗΕ σε στρατηγικό επενδυτή, διαδικασία που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη.
• Έναρξη διαδικασίας για τη μακροπρόθεσμη (35 έτη) παραχώρηση της Εγνατίας Οδού Α.Ε και τριών κάθετων αξόνων.

Τα πράγματα, πάντως, αναμένεται να ζορίσουν για την κυβέρνηση ακόμη περισσότερο με την έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη δεύτερη αξιολόγηση, που πραγματικά περιλαμβάνει θέματα «φωτιά», όπως: η ψήφιση από τη Βουλή του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Πολιτικής 2017 – 2020, η ολοκλήρωση της πρώτης φάσης του εξορθολογισμού των ειδικών μισθολογίων στο Δημόσιο, η αλλαγή του πλαισίου των ομαδικών απολύσεων, της συνδικαλιστικής δράσης και των συλλογικών διαπραγματεύσεων σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές της Ε.Ε., η μεταφορά στο νέο ταμείο της δεύτερης ομάδας των ΔΕΚΟ, που θα συμφωνηθεί από κοινού με τα θεσμικά όργανα, και οι αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο για τη διαχείριση των προβληματικών επιχειρηματικών δανείων. Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, μας περιμένει ένα δύσκολο φθινόπωρο, που μπορεί να κρύβει ακόμη και πολιτικές… εκπλήξεις.

Στο… περίμενε για τις θετικές εξελίξεις!

Η ολοκλήρωση τώρα της πρώτης αξιολόγησης συνοδεύεται και από θετικές εξελίξεις κυρίως στο μέτωπο της χρηματοδότησης της οικονομίας, που υπό προϋποθέσεις μπορούν να συμβάλουν καίρια στην ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας, και στην έξοδο τελικά της χώρας μας από την πολυετή κρίση. Άλλωστε, το ζήτημα της χρηματοδότησης είναι ένα από τα μεγαλύτερα που αντιμετωπίζει η οικονομία σήμερα. Απλά, υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΤτΕ το μέγεθος του πιστοδοτικού κενού (credit gap) της ελληνικής οικονομίας, φτάνει τα 34,5 δισ. ευρώ.

Οι θετικές εξελίξεις, λοιπόν, έχουν να κάνουν. Πρώτον, με τη δυνατότητα συμμετοχής και των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Η επανένταξη των ελληνικών τίτλων στις αποδεκτές από το ευρωσύστημα εξασφαλίσεις και η συνεπαγόμενη πιο φθηνή αναχρηματοδότηση των τραπεζών, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων στις παρεμβάσεις ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, εκτιμάται ότι θα έχουν σημαντική θετική επίδραση στα αποτελέσματα των τραπεζών, δυνητικού ύψους περί τα 400 με 500 εκατ. ευρώ. Τα έμμεσα οφέλη, όμως, όπως για παράδειγμα η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού ∆ημοσίου και των ελληνικών τραπεζών, αναμένεται να είναι σημαντικά υψηλότερα.
Δεύτερον, με τη βάσιμη προοπτική ότι οι αποδόσεις των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου και των ομολογιακών τίτλων που έχουν εκδώσει ελληνικές επιχειρήσεις στη διεθνή αγορά θα αποκλιμακωθούν με γοργό ρυθμό, όπως έχει αρχίσει να συμβαίνει. Η αναμενόμενη συμμετοχή της Ελλάδος στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ μπορεί να δώσει άμεση ρευστότητα στην ελληνική οικονομία το λιγότερο 2,4 δισ. ευρώ.

Η επαναφορά του waiver για τα ελληνικά ομόλογα, η πιθανή αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης που θα οδηγήσει ενδεχομένως και στην αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων, και η συμμετοχή των κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα πιστωτικής επέκτασης (QE) της ΕΚΤ, συνδυαστικά αναμένεται να τονώσουν τόσο την καταναλωτική όσο και την επενδυτική εμπιστοσύνη. Έτσι, τα παραπάνω αναμένεται να ενθαρρύνουν την επιστροφή των καταθέσεων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, η οποία θα επιτρέψει τη χαλάρωση και τελικά άρση των κεφαλαιακών περιορισμών. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την αποτελεσματικότερη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, θα συμβάλει στην υποχώρηση του κόστους δανεισμού και θα αυξήσει σταδιακά την πιστοδοτική ικανότητα των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων, με ευνοϊκές επιδράσεις στη χρηματοδότηση και κατ’ επέκταση στον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Το βάρος στις εξελίξεις στο μέτωπο των τραπεζών

bankΑναμφισβήτητα, οι μεγάλες πρωταγωνίστριες το επόμενο διάστημα είναι οι ελληνικές τράπεζες. Οι προκλήσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν είναι πράγματι μεγάλες, και έχουν να κάνουν:

Πρώτον, με την αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το υψηλό επίπεδο των οποίων αποτελεί τροχοπέδη τόσο στη λειτουργία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος όσο και στην επιχειρηματική δραστηριότητα.

Δεύτερον, με την ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών, που μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους. Με την επιστροφή ενός σημαντικού μέρους των καταθέσεων που έφυγαν τους προηγούμενους μήνες από το τραπεζικό σύστημα, αλλά και με την αποκατάσταση της ομαλής ροής ρευστότητας από την ΕΚΤ, η οποία από τον Ιανουάριο του 2015 έχει διαταραχθεί, με αποτέλεσμα οι ελληνικές τράπεζες να εξαρτώνται από τον ακριβό ELA.

Τρίτον, με τις ραγδαίες διοικητικές ανακατατάξεις, που είναι το αποτέλεσμα ουσιαστικά των μνημονιακών υποχρεώσεων και των σχετικών νόμων που έχουν ψηφιστεί, σχετικά με την εξυγίανση του τραπεζικού κλάδου.

Και με τα τρία παραπάνω θέματα έχουμε ασχοληθεί εκτενώς το προηγούμενο διάστημα. Ειδικά, όμως, για το τεράστιο πρόβλημα της διαχείρισης των κόκκινων δανείων φαίνεται ότι όσο περνάει ο καιρός και δεν υπάρχει ριζική αντιμετώπιση τόσο παρατηρείται ραγδαία επιδείνωση. Πληροφορίες από τις ίδιες τις τράπεζες, που είδαν το φως της δημοσιότητας μέσα στην εβδομάδα, κάνουν λόγο για επερχόμενες πολύ δυσάρεστες εξελίξεις στο μέτωπο των επιχειρηματικών προβληματικών δανείων, καθώς εκτιμάται ότι μόλις το 20% των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων, δηλαδή μία στις πέντε, μπορεί τελικά να επιβιώσει, ακόμη και μετά από μια γενναία αναδιάρθρωση των δανείων της, μιλάμε πραγματικά για μία εκρηκτική κατάσταση, που επιδεινώνεται από το γεγονός ότι αναμένονται και άλλα μεγάλα «κανόνια» στην αγορά. Δηλαδή, μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι, που είναι υπερχρεωμένοι και έχουν φτάσει πλέον στο σημείο να μην εξυπηρετούν κανονικά τις υποχρεώσεις τους, βρίσκονται ένα μόλις βήμα από την οριστική χρεοκοπία.

Ας δούμε ξανά σε ποιο σημείο βρισκόμαστε, για να έχουμε ένα μέγεθος του προβλήματος. Το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων δανείων φτάνει τα 103 δισ. ευρώ, αλλά το σύνολο των χορηγήσεων, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών χρεώσεων, των προμηθειών και των τόκων υπερημερίας, κυμαίνεται μεταξύ 113 και 117 δισ. ευρώ. Από το σύνολο, τώρα, των μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα 60 δισ. ευρώ είναι κόκκινα επιχειρηματικά δάνεια, εκ των οποίων τα 11 δισ. ευρώ χρεώνονται σε 800 μεγάλες επιχειρήσεις (άνω των 250 εργαζομένων και με κύκλο εργασιών πάνω από 50 εκατ. ευρώ), τα 28,5 δισ. ευρώ χρωστάνε 6.000 επιχειρήσεις με 50 – 249 εργαζομένους και τζίρο έως 50 εκατ. ευρώ και τα υπόλοιπα οφείλονται από 120.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις (58,2% αναλογία ληξιπρόθεσμων οφειλών) και ελεύθερους επαγγελματίες/πολύ μικρές επιχειρήσεις (66,5% αναλογία ληξιπρόθεσμων οφειλών).

Τα παραπάνω δεδομένα δείχνουν σε ποιο σημείο ακριβώς βρισκόμαστε. Και προσθέστε σε όλα αυτά και τα εμπόδια που έχουν καταγραφεί στις αναδιαρθρώσεις επιχειρηματικών δανείων. Εμπόδια που έχουν να κάνουν, μεταξύ άλλων, με περιορισμούς στην προώθηση των δικαιωμάτων των πιστωτών (π.χ., απαιτείται η συναίνεση των μετόχων για την κεφαλαιοποίηση χρέους, υπάρχει περιορισμένη μόνο δυνατότητα επιρροής στο σχέδιο αναδιάρθρωσης/αλλαγή της διοίκησης),ή τα περιορισμένα κίνητρα για εξωδικαστικούς συμβιβασμούς (π.χ., χρονοβόρες αναδιαρθρώσεις). Και μην ξεχνάμε και την ενδεχόμενη ευθύνη του προσωπικού των τραπεζών που προτείνει, αξιολογεί ή εγκρίνει λύσεις αναδιάρθρωσης (π.χ., νέα χρηματοδότηση σε προβληματικές επιχειρήσεις), τιμωρεί την επιχειρηματική κρίση και προωθεί την εκκαθάριση έναντι της αναδιάρθρωσης, με αποτέλεσμα το κλείσιμο των επιχειρήσεων και την απώλεια θέσεων εργασίας.

Όλα αυτά τα προβλήματα όμως αναμένεται να επιλυθούν με την υλοποίηση των προαπαιτούμενων δράσεων του φθινοπώρου, όπως τις αναπτύξαμε την προηγούμενη εβδομάδα. Στην ουσία θα γίνεται ευκολότερη η μετοχοποίηση χρεών, ακόμη και χωρίς τη συναίνεση των βασικών μετόχων μιας επιχείρησης, και η πώληση μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων σε ξένα funds. Και κάπως έτσι θα γίνει πραγματικότητα αυτό που έχουμε επισημάνει εδώ και πολύ καιρό, ότι η στροφή των τραπεζών σε ρυθμίσεις μακροπρόθεσμου χαρακτήρα, σε συνδυασμό με την αναδιάρθρωση των βιώσιμων επιχειρήσεων με αλλαγές στη δομή, στον επιχειρησιακό σχεδιασμό και, αν χρειάζεται, στη διοίκησή τους, δανείων ανοίγει τον δρόμο για περαιτέρω αναδιαρθρώσεις του επιχειρηματικού τομέα. Στην ουσία θα αλλάξει ριζικά ο επιχειρηματικός χάρτης της χώρας.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα και το χρέος στο επίκεντρο

Τις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους δανειστές θα απασχολήσει και το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους. Ήδη υπάρχει ένα σχετικό χρονοδιάγραμμα και ένα γενικό περίγραμμα των παρεμβάσεων που, εφόσον κριθεί αναγκαίο να ενεργοποιηθούν, θα έχουν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της διαχειρισιμότητας των ετήσιων χρηματοδοτικών αναγκών του Δημοσίου, δηλαδή θα τις διατηρήσουν κάτω του 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και κάτω του 20% μακροπρόθεσμα.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι διαπραγματεύσεις θα είναι «περίπατος». Πρόκειται για ένα περίπλοκο πρόβλημα, η επίλυση του οποίου γίνεται δυσκολότερη λόγω των τριβών ανάμεσα στο ΔΝΤ και στους Ευρωπαίους. Το Ταμείο απαιτεί άμεσα μια συγκεκριμένη και μεγάλης κλίμακας ελάφρυνση, ενώ οι Ευρωπαίοι αρέσκονται σε διαβεβαιώσεις για ελάφρυνση του ελληνικού χρέους στο μέλλον.

Όπως σημείωσε πρόσφατα και η ΤτΕ, από το χρονοδιάγραμμα δράσεων που ανακοινώθηκε δεν διαφαίνεται μια αποφασιστική και εμπροσθοβαρής ρύθμιση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους. Συνεπώς, το πρόβλημα του δημόσιου χρέους δεν αντιμετωπίζεται άμεσα. Οι οριστικές αποφάσεις για το χρέος υπόκεινται, πρώτον, στη θετική συνολική αξιολόγηση του προγράμματος και, δεύτερον, στα πορίσματα μιας νέας ανάλυσης βιωσιμότητας του χρέους, η οποία θα γίνει το 2018.

Και όμως, σήμερα υπάρχουν σημαντικοί λόγοι για άμεσες ενέργειες ελάφρυνσης του χρέους. Πρώτον, τα επιτόκια παγκοσμίως βρίσκονται σε ιστορικώς χαμηλά επίπεδα και η καμπύλη τους έχει σχετικά περιορισμένη κλίση, πράγμα που σημαίνει ότι με το ίδιο κόστος η τυχόν ελάφρυνση του χρέους θα μπορούσε να είναι επωφελέστερη για την Ελλάδα αν γίνει σήμερα παρά μετά από μερικά χρόνια, όταν τα επιτόκια παγκοσμίως ενδεχομένως να είναι υψηλότερα. Δεύτερον, η ελάφρυνση του χρέους εάν εφαρμοστεί τώρα θα συμβάλει στη βελτίωση της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών προς τη χώρα, με αποτέλεσμα μείωση των ασφαλίστρων κινδύνου, μείωση του κόστους χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και ενίσχυση των επενδύσεων και των προοπτικών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Με το ζήτημα του χρέους συνδέεται και το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων. Όλο και περισσότεροι πλέον συμφωνούν ότι ο τελικός στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% του ΑΕΠ μπορεί να μειωθεί σε 2% του ΑΕΠ μετά το 2018, ώστε να καταστεί δυνατή η ταχύτερη επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε βιώσιμους και σχετικά υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Τον τελευταίο όμως λόγο, όπως και σε όλα τα μνημονιακά ζητήματα, τον έχουν οι δανειστές!

 

Στην ίδια Κατηγορία


Το Axiaplus, θεωρεί δικαίωμα του αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του μέσω του προφίλ που διατηρεί στο Facebook. Εντούτοις, τονίζουμε ρητά πως δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο.

σχόλια